Πλην δεν ήτο απ΄ αρχής ούτω

Πλην δεν ήτο απ' αρχής ούτω

  • Ο Γνωστικισμός, ο Πατερικός Μυθολογικός Χριστιανισμός και ο Βιβλικός Ιησούς   Συγγραφή: Ευάγγελος Δ. Κεπενές   Το παρόν είναι μέρος της εργασίας «Μυθολογικά και Ουτοπικά θρησκευτικά ιδεώδη από την ολοκλήρωση της Αποστολικής Διακονίας έως σήμερα» που δημοσιεύτηκε από  www.aionios-diathiki.gr ...
    Αναρτήθηκε στις 21 Φεβ 2020, 12:33 μ.μ. από το χρήστη Βασίλειος Ζαφείρογλου
  • Βιβλική και Πλατωνική Ανθρωπογνωσία, Δυο Διαφορετικοί Δρόμοι Θεωρήσεως  Συγγραφή:  Μιχάλης Μπατής  (Σεπτέμβριος 29, 2018) Από: https://intownpost.com       «D’où venons–nous; Que sommes–nous; Où allons-nous;», δηλαδή: «Από πού ερχόμαστε; Τι είμαστε; Πού πάμε;» Τρία θεμελιώδη ...
    Αναρτήθηκε στις 21 Φεβ 2020, 12:30 μ.μ. από το χρήστη Βασίλειος Ζαφείρογλου
  • Η Παναγία των αρχαίων Ελλήνων  Συγγραφή: Θερμού Μαρία (12 Αυγούστου 2012, 05:45)Πηγή άρθρου: https://www.tovima.gr/2012/08/12/culture/i-panagia-twn-arxaiwn-ellinwn/  Στρατηγός, προστάτις και παρθένος. Είναι η θεά ...
    Αναρτήθηκε στις 21 Φεβ 2020, 12:28 μ.μ. από το χρήστη Βασίλειος Ζαφείρογλου
  • Ο Αβραάμ πατέρας της πίστεως Συγγραφή: Κεπενές Δημ. Ευάγγελος (24/01/2018)Η διδαχή των αποστόλων «Εξεύρετε λοιπόν ότι οι όντες εκ πίστεως, ούτοι είναι υιοί του Αβραάμ». (Γαλ. 3:7) «Ο Αβραάμ επίστευσεν εις ...
    Αναρτήθηκε στις 21 Φεβ 2020, 12:19 μ.μ. από το χρήστη Βασίλειος Ζαφείρογλου
  • Η γέννηση του βιβλικού ιουδαϊσμού Συγγραφή: Κεπενές Δημ. Ευάγγελος (24/01/2018)  Βιβλικός ιουδαϊσμός Ο βιβλικός ιουδαϊσμός  ήταν η παραδοσιακή μονοθεϊστική θρησκεία των Εβραίων, που γεννήθηκε μετά την σύσταση τους ως έθνος. Ήταν η Θρησκεία ...
    Αναρτήθηκε στις 21 Φεβ 2020, 12:12 μ.μ. από το χρήστη Βασίλειος Ζαφείρογλου
  • Μυθολογικά και Ουτοπικά Θρησκευτικά Ιδεώδη από την Ολοκλήρωση της Αποστολικής Διακονίας έως Σήμερα Συγγραφή: Ευάγγελος Δ. Κεπενές (Αθήνα, Φεβρουάριος 19, 2020, ώρα 23:59)  Προλεγόμενα «Ὦ Τιμόθεε, τὴν παρακαταθήκην φύλαξον, ἐκτρεπόμενος τὰς βεβήλους κενοφωνίας καὶ ἀντιθέσεις ...
    Αναρτήθηκε στις 24 Μαρ 2020, 7:17 π.μ. από το χρήστη Βασίλειος Ζαφείρογλου
  • Η ιστορική εξέλιξη του τριαδικού τύπου βαπτίσματος    Από τον αδ. Walter Copes  Στη μεγάλη εντολή του Ματθαίου 28:19, ο Ιησούς διέταξε ότι όλοι οι πιστοί πρέπει να βαφτιστούν. Η ανάγκη του βαπτίσματος επιβεβαιώνεται πάλι στο Μάρκο ...
    Αναρτήθηκε στις 29 Μαρ 2018, 10:17 π.μ. από το χρήστη Βασίλειος Ζαφείρογλου
  • Ιουδαϊσμός - Χριστιανισμός και η θρησκεία των Οικουμενικών Συνόδων Συγγραφή: Κεπενές Δημ. Ευάγγελος (24/01/2018)   Πρόλογος  Η τεκμηριωμένη επιχειρηματολογία δεν επιλέγει                την αλήθεια αλλά οδηγείται σ’ αυτή          Ο ιστορικός  βιβλικός μονοθεϊστικός  ιουδαϊσμός που ξεχώριζε ανάμεσα στις τριαδικές, πολυθεϊστικές ...
    Αναρτήθηκε στις 20 Απρ 2019, 1:55 μ.μ. από το χρήστη Βασίλειος Ζαφείρογλου
  • Η Αποκάλυψη του Ιωάννη και η καταστροφή της Ιερουσαλήμ το 70 μ.Χ. Συγγραφή: Κεπενές Δημ. Ευάγγελος (23/10/2016)     Το βιβλίο της Αποκάλυψης Η επικρατούσα άποψη ότι το βιβλίο της Αποκάλυψης αναφέρεται στο τέλος του κόσμου και της ανθρώπινης ιστορίας, στηρίζεται σε ...
    Αναρτήθηκε στις 26 Μαρ 2018, 8:55 π.μ. από το χρήστη Βασίλειος Ζαφείρογλου
  • Ηλίας, Ενώχ και Μωϋσής Η Βίβλος λέει  " και ο Ηλίας ανέβηκε με ανεμοστρόβιλο στον ουρανό." (Β’ Βασιλέων β:11).  "Με την πίστη ο Ενώχ μετατέθηκε στον ουρανό για να μη δει θάνατο " (Εβραίους 11 ...
    Αναρτήθηκε στις 26 Μαρ 2018, 1:09 μ.μ. από το χρήστη Βασίλειος Ζαφείρογλου
  • Τι έγραψε πραγματικά ο Ματθαίος για το βάπτισμα στο Ματθαίο 28:19; Τι έγραψε πραγματικά ο Ματθαίος, "βαφτίζοντας τους στο όνομα του Πατέρα, και του Υιού, και του Αγίου Πνεύματος,"  ή  "πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη βαπτίζοντες αυτούς ΕΝ ΤΩ ΟΝΟΜΑΤΙ ΜΟΥ ...
    Αναρτήθηκε στις 28 Φεβ 2018, 12:53 μ.μ. από το χρήστη Βασίλειος Ζαφείρογλου
  • Εβραίους 2:16 Συγγραφή: Ζαφείρογλου Αναστ. Βασίλειος  (2005) Καθημερινά καθώς μελετάμε τις Γραφές ανακαλύπτουμε νέα πράγματα στο φως που ο Ιησούς Χριστός δίνει στους δούλους Του. Ένα από αυτά τα σημαντικά εδάφια είναι ...
    Αναρτήθηκε στις 29 Μαρ 2018, 10:19 π.μ. από το χρήστη Βασίλειος Ζαφείρογλου
Εμφάνιση αναρτήσεων 1 - 12 από 12. Προβολή περισσότερων »

Ο Γνωστικισμός, ο Πατερικός Μυθολογικός Χριστιανισμός και ο Βιβλικός Ιησούς

αναρτήθηκε στις 21 Φεβ 2020, 12:33 μ.μ. από το χρήστη Βασίλειος Ζαφείρογλου


 

Συγγραφή: Ευάγγελος Δ. Κεπενές

 

Το παρόν είναι μέρος της εργασίας «Μυθολογικά και Ουτοπικά θρησκευτικά ιδεώδη από την ολοκλήρωση της Αποστολικής Διακονίας έως σήμερα» που δημοσιεύτηκε από  www.aionios-diathiki.gr τον (Φεβρουάριο 19, 2020 και ώρα 23:59)

 

 


O Γνωστικισμός

 

Ο όρος «Γνωστικισμός» είναι μεταγενέστερος και δηλώνει χριστιανίζουσα θρησκευτική τάση με πολλές διακλαδώσεις που συνδύαζε στοιχεία αποκρυφιστικά, ειδωλολατρικά, μυθολογικά, αστρολογικά, φιλοσοφικά και στοιχεία από την Π.Δ. και την Κ.Δ.. Οι οπαδοί της, οι «Γνωστικοί», ονόμαζαν εαυτούς («ομοουσίους» τω Θεώ), όρος που απαντάται στους Ορφικούς[12], στον Ερμητισμό και στο «Ορθόδοξο» εκκλησιαστικό μυστικιστικό σύστημα. Δηλωνόντουσαν γνήσιοι Χριστιανοί «εσμέν εξ απάντων ανθρώπων ημείς χριστιανοί μόνοι»[13] και ήταν σε αντιπαράθεση με τo μυστηριακό πνευματικό μονοπώλιο της «Καθολικής Εκκλησίας», αν και είχαν πολλά κοινά σε θεολογικό και τελετουργικό επίπεδο. Τα όσα είναι γνωστά περί της διδαχής τους και των πρακτικών τους προέρχονται κυρίως από αντιπάλους φιλοσόφους και συγγραφείς, όπως τον Ιππόλυτο Ρώμης, τον Κλήμη Αλεξάνδρειας, τον Ειρηναίο Λυώνος, τον Ωριγένη, τον Επιφάνιο, και από τα κείμενα της βιβλιοθήκης του Ναγκ Χαμαντί που ανακαλύφθηκαν στην περιοχή Χοινοβοσκίον της Αιγύπτου στα τέλη του 1940. Ο χρόνος εμφάνισης των διαφορετικών σχολών των Γνωστικών είναι ασαφής. Το βέβαιο είναι ότι η ψευδώνυμη γνώση τους που εκφραζότανε ή με απόλυτη εγκράτεια ή με άκρατη ακολασία, ήταν διαδεδομένη ανάμεσα στις τάξεις των πρώτων Ιουδαιοχριστιανών, με τους οποίους και συμποσίαζαν, γεγονός που μαρτυρεί ότι υπήρξε εβραϊκός Πρωτογνωστικισμός, με αντιλήψεις που προσέγγιζαν τα αρχαία αιγυπτιακά Ερμητικά Κείμενα και την ελληνική Μυθολογία. Αμφιλεγόμενη είναι η άποψη, ότι ίχνη Γνωστικισμού ανιχνεύονται στο ασκητικό μεσσιανικό κίνημα των Εσσαίων, που αυτοαποκαλούνταν «Υιοί του Δικαίου» και κατήγγελλαν την αυταρχική θρησκευτικοπολιτική ιουδαϊκή εξουσία.

 

Οι λατρευτικές πράξεις των Γνωστικών συνοδεύονταν από επικλήσεις πνευμάτων, άσματα με μουσική, προσευχές, δοξολογίες και εκστατικές ρήσεις (προφητείες, γλωσσολαλιά, ξόρκια).  Έχοντας σαφή επιρροή του ορφικού μοτίβου «είμαι παιδί της Γης και του έναστρου ουρανού, το γένος μου είναι ουράνιο» αναζητούσαν τρόπους να επιστρέψουν στον ουρανό, που πίστευαν ότι ήταν η καταγωγή τους. Αδιαφορούσαν για τα εγκόσμια και μη θέλοντας να παγιδέψουν και άλλους σε αυτόν τον ελαττωματικό κόσμο ασκούσαν την αγαμία, θεωρώντας ότι «το γαμείν και γεννάν από του σατανά είναι»[14]. Καταδίκαζαν την κρεοφαγία και την οινοποσία και επιδίδονταν στον ασκητισμό (στοιχεία που απαντώνται και στους Ορφικούς), τιμωρώντας έτσι την φυσική σάρκα, που τη θεωρούσαν φυλακή του πνεύματος και τη συνέδεαν με το κακό.

 

Κατά τον Πλάτωνα ο περιορισμός της αθάνατης ψυχής σε ένα σώμα είναι το ίδιο με φυλάκιση σε τάφο (= σήμα στην αρχαία) «τάφος γαρ έστι το σώμα της ψυχής» . Οι δε Ορφικοί σώμα εννοούσαν το νεκρό σώμα (το πτώμα) και το ζωντανό «δια το σώον (που δεν έχει υποστεί βλάβη) άμα συν αίματι Ον».

 

 

Αντίθετα, εκτός των μετριοπαθών, κάποιες τάξεις των Γνωστικών, οι «Αντιτάκτες», υποστήριζαν τον Αντινομισμό (= θεωρία που απορρίπτει τον ηθικό νόμο και προτάσσει τη ελεύθερη βούληση) και συμμετείχαν σε σεξουαλικά λατρευτικά όργια, θεωρώντας την ακραία ακολασία ως το μέσο καταπολέμησης της κακής υλικής σάρκας, από την οποία έπρεπε να απελευθερωθεί η θεϊκή φύση (οργιαστικός Γνωστικισμός), ενώ άλλοι προέβαιναν σε αυτοευνουχισμό.

 

Στους κόλπους του Γνωστικισμού αναπτύχθηκε και η ιδέα του Δοκητισμού ( ο Ιησούς φαινομενικώς είχε σώμα και φαινομενικώς σταυρώθηκε), με εισηγητή τον Ιουδαιοχριστιανό Κήρινθο, με αιγυπτιακή παιδεία, που ήταν και ο εισηγητής του Χιλιασμού. Τον Δοκητισμό, με παραλλαγές, τον ασπάσθηκαν, εκτός από τους Κηρινθιανούς, οι περισσότερες  γνωστικές ομάδες. Εικάζεται ότι στους Μεσσαλιανούς γεννήθηκε και η ιδέα της μεταβολής του σώματος του Χριστού άλλοτε σε υλικό και άλλοτε σε πνευματικό, οι δε Οφίτες έλεγαν ότι το αναστημένο σώμα του Ιησού ήταν ψυχικό και πνευματικό[15]. Μερίδα των Γνωστικών πίστευε ότι ο άνθρωπος πλάστηκε από τρεις ουσίες, την ύλη, την ψυχή και το πνεύμα και ανάλογα με το πια επικράτησε αναπτύχθηκαν σε υλικούς, ψυχικούς και πνευματικούς[16].

 

Θεϊκή διαρχία των Γνωστικών                                                                                     

 

Η θεογονία, κοσμογονία και ανθρωπογονία μεταξύ των Γνωστικών ήταν ποικίλη με βάση τον πλουραλισμό και την διαρχία (φιλοσοφική θεωρεία που ερμηνεύει τον κόσμο με βάση δύο ανταγωνιστικών δημιουργών αρχών (θεών) μία κακή και μία αγαθή και εκ των οποίων προκύπτουν δύο ξεχωριστοί, ανόμοιοι, αντίθετοι μεταξύ τους κόσμοι, ο κακός αισθητός και ο πνευματικός ή νοητός), θέσεις αντίθετες με την βιβλική αφήγηση της Mίας Αρχής / Ενός Θεού, δια του οποίου κτίσθηκαν τα ορατά και τα αόρατα.

 

«Κα φωτίσαι τίς οκονομία το μυστηρίου το ποκεκρυμμένου π τν αώνων ν τ θε τ τ πάντα κτίσαντι». (Εφ. 3:9)

 

Μορφές διαρχικών απόψεων συναντάμε στον Ζωροαστρισμό, στον Ορφισμό, στον Πυθαγορισμό κ.ά., καθώς και στον Στωικισμό στον οποίο και θα αναφερθούμε για τον σκοπό της παρούσας μελέτης. Οι Στωικοί (φιλόσοφοι της «Ποικίλης Στοάς» 300π.Χ. – 250 μ.Χ.) είχαν ως αρχή το «ομοφώνως τη φύσει ζην» και εκπροσωπούντο από τρεις τάσεις. Επηρεασμένοι από τον Ηράκλειτο που θεωρούσε «ως ουσία της ειμαρμένης τον Λόγο, ο οποίος διαποτίζει την ουσία του σύμπαντος» και από τον Ερμητισμό όπου «ο Θωθ είναι ο Λόγος που διαποτίζει και διαπερνά τα πάντα»[17], πίστευαν ότι υπάρχουν δύο αρχές στο σύμπαν, η ενεργητική, που είναι ο Θεός ή Λόγος, «το ποιούν» και η παθητική, που είναι η Ύλη «το πάσχον». Ο Λόγος που ενυπήρχε μέσα στην ύλη (ενδοσυμπαντικός θεός), δημιούργησε μέσω αυτής τα όντα, διατηρώντας την ενότητά τους και την αιώνια τάξη. Για τους Στωικούς ο θεός είναι ταυτόχρονα, το κάθε τι στη φύση (πανθεϊσμός) και όλα μαζί είναι ο θεός (υλιστικός μονισμός). Πίστευαν στην ειμαρμένη και την θεία πρόνοια και έλεγαν ότι ο άνθρωπος συνδέεται με την «παγκόσμια ψυχή» μέσω μιας εσωτερικής προσωπικής θεότητας, που ήταν ο «Δαίμων εαυτός» και κατά συνέπεια υπήρχε αλληλοεπίδραση των ουρανίων και των επιγείων όντων «η αρχή της συμπάθειας». Η άποψη αυτή συγγενεύει με την Χαλδαϊκή Αστρολογία και θεουργία και ήταν το υπόβαθρο, για τις αστρολογικές προβλέψεις και την μαντεία. Όπως και οι Επικούρειοι, φιλόσοφοι του «φάγωμεν κα πίωμεν, αριον γρ αποθνήσκομεν», δεν δεχόντουσαν την αθανασία της ψυχής αλλά πίστευαν ότι η ψυχή διαλύεται αμέσως μετά την νέκρωση του σώματος ή ότι ζει έως να αναλωθεί από τη μέλλουσα εκπύρωση και την επαναδημιουργία στη συνέχεια του ίδιου κόσμου (Παλιγγενεσία). Ο Στωικός Χρύσιππος ορίζει την ψυχή ως «πνοή μέσα μας έμφυτη, αδιάσπαστη, που διατρέχει όλα τα μέρη του σώματος, όσο η ομαλή αναπνοή του ζωντανού όντος είναι παρούσα στο σώμα»[18]. Αυτή την «ψυχική πνοή», οι Στωικοί την κατέτασσαν σε οκτώ επίπεδα, το Ηγεμονικόν ή η Διάνοια ή ο Νους που ήταν και το κέντρο όλων, τις πέντε Αισθήσεις, το Σπερματικόν και το Φωνητικόν.

 

 

Ανθρωπολογική διαρχία                                                                                              

 

Παράγωγο της θεϊκής διαρχίας των Γνωστικών και λοιπών φιλοσοφικών συστημάτων είναι η ανθρωπολογική διαρχία, η οποία διχάζει τον άνθρωπο σε δύο στοιχεία, το αισθητό θνητό σώμα και την νοερά αθάνατη ψυχή (την προ-υπάρχουσα κατά τους Χαλδαίους, τον Πλάτωνα , τον Φίλωνα, τους Γνωστικούς κ.ά.). Κατά συνέπεια ο άνθρωπος είναι μέτοχος και των δύο αρχών και της Καλής και της Κακής και εάν αποδράσει από το σώμα που μετέχει της Κακής αρχής, σώζεται. Η ιδέα αυτή αντιτίθεται στην βιβλική αφήγηση, όπου «ψυχή» εννοείται η εκ του ενός Ζωοδότη Θεού προέλευση της ζωής που υπάρχει σε κάθε ζωντανό κτίσμα, χωρίς την πλατωνίζουσα διάκριση των Γνωστικών. Κατά την εβραϊκή Βίβλο, η «ψυχή» δεν αναφέρεται σε ένα μόνο τμήμα της ανθρώπινης ύπαρξης, αλλά σημαίνει τον ολόκληρο άνθρωπο, ως ενιαία ζωντανή υπόσταση «και εγένετο ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν», που στην πορεία καθυποτάχθηκε από τον θάνατο «εβασίλευσε ο θάνατος». (Γεν. 2:7, Ρωμ. 5:14-17)

 

«Και γαρ απ΄ αρχής Αδάμ τη έκτη ημέρα πλασθείς από γης και λαβών το εμφύσημα εζωογονήθη». (Επιφανίου, Πανάριον κεφ. 4)

 

«τι πσαι α ψυχα μα εσιν ν τρπον ψυχ το πατρς οτως κα ψυχ το υο μα εσιν ψυχ μαρτνουσα ατη ποθανεται». (Ιεζ. 18:4)

 

«Κα π πσ ψυχ τετελευτηκυίᾳ οκ εσελεσεται π πατρ ατο οδ π μητρ ατο ο μιανθσεται». (Λευ. 21:11 Ο΄)

 

«Πσα ψυχ ξουσίαις περεχούσαις ποτασσέσθω». (Ρωμ. 13:1)

 

«ποστείλας δ ωσφ μετεκαλέσατο ακβ τν πατέρα ατο κα πσαν τν συγγένειαν ν ψυχας βδομήκοντα πέντε». (Πράξ. 7:14)

 

«…λέγων γερθες παραλάβε τ παιδίον κα τν μητέρα ατο κα πορεύου ες γν σραήλ· τεθνήκασιν γρ ο ζητοντες τν ψυχν το παιδίου». (Ματθ. 2:20)

 

«Και επεν Σαμψών αποθανέτω ψυχ μου μετ λλοφλων». (Κρ. 16:30)

 

Βλέπουμε λοιπόν ότι οι εβραϊκές βιβλικές αναφορές και ο αντιαιρετικός Επιφάνιος, αντικρούουν την πλατωνίζουσα Ανατολική πίστη περί αθανασίας της ψυχής, όπως αυτή διατυπώνεται σε «Εξοδιαστικό» ιερομονάχων του 16ου αιώνα.

 

«Ο Θεός ημών ο δημιουργός και ευεργέτης απάσης της κτίσεως ο κατασκευάσας τον άνθρωπον εκ σώματος αισθητού τε και χοϊκού και νοεράς και αθανάτου ψυχής …»[19].

 

Ο Αριστοτέλης ομοίως αντικρούει τον Πλάτωνα λέγοντας ότι: «Ότι μεν ούν ουκ έστιν η ψυχή χωριστή του σώματος, ή μέρη τινά αυτής – ή μεριστή πέφυκεν – ουκ άδηλον»[20].

 

Το δόγμα της «αθανασίας της ψυχής» είναι άμεσα συνδεδεμένο με την δοξασία της μετεμψύχωσης, όπου η ψυχή μετά τον θάνατο του σώματος αναχωρεί και εισέρχεται σε άλλο σώμα ανθρώπου, ζώου ή φυτού, μέχρι να γίνει η κάθαρση της και να επιστρέψει στην προ της πτώσεως της κατάσταση. Η άποψη αυτή μαζί με την πλατωνίζουσα «χριστιανική» άποψη ότι ο «θνητός» άνθρωπος έχει μέσα του μία νοερά αθάνατη υπόσταση που ή θα απολαύσει μακαριότητα ή θα βασανίζεται αδιαλείπτως από τον δήμιο «τριαδικό Θεό» μετά τον θάνατο του σώματος, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον όρο «θνητός» και με την αποστολική ρήση ότι ο Θεός είναι «ο μόνος έχων αθανασία» και με το «δει.. το θνητόν τούτο ενδύσασθαι αθανασίαν». Ο θεός λοιπόν σύμφωνα με τις θρησκευτικές απόψεις έπλασε τον άνθρωπο με σκοπό να τον βασανίζει αιωνίως εάν δεν υποταχθεί στις τρεις υποστάσεις του.

 

Το πλήρωμα του Θεού κατά τους Γνωστικούς

 

Κατά την εκδοχή του Αιγύπτιου Βαλεντίνου, ενός εκ των θεωρουμένων «πατέρων» του Γνωστικισμού, στον αρχέτυπο κόσμο εκπορεύτηκαν εκ του Αληθινού, Άρρητου, Αγαθού και Υπερβατικού Θεού, τριάντα, αρσενικές και θηλυκές πνευματικές οντότητες οι «Αιώνες» με ιεραρχική τάξη. Οι Αιώνες δημιούργησαν ερωτικά ζεύγη «αρρενοθήλειες ενότητες», από τα οποία προήλθαν άλλοι κατώτεροι ιεραρχικά Αιώνες. Όλοι οι Αιώνες συγκροτούσαν  το πλήρωμα του Θεού.

 

Η εκδοχή του Βαλεντίνου για το πλήρωμα του Θεού, συγγενεύει α) με τις εκπορεύσεις «Σεφιρότ» που αναφέρουν τα απόκρυφα κείμενα της Καμπάλα και το καμπαλιστικό δένδρο της ζωής β) με το Λάβδωμα ή Τετρακτύς  των Πυθαγορείων και το το αρχαιοελληνικό δένδρο της ζωής και γ) με την  θεογονία του Ησίοδου, σύμφωνα με τον Επιφάνιο.

 

 

Ο «Αιώνας Ιησούς» των Γνωστικών

 

Ο τελευταίος Αιώνας του πληρώματος, η Σοφία, δυσαρεστημένη για την κατάταξη της, επιθυμεί να ενωθεί με τον Άρρητο. Εκείνος την ωθεί να ενωθεί με την προβολή του, το «Νου» και έτσι γεννιόνται δύο νέοι Αιώνες, ο Χριστός και το Άγιο Πνεύμα. Η αταξία αποκαθίσταται με την γέννηση του Αιώνα Ιησού, που διασπά τον Αιώνα Σοφία σε δύο, την Ουράνια και την Χθόνια ή Αχαμώθ.  Η «Σοφία Αχαμώθ», εκβάλετε από το πλήρωμα του θεού και γεννά τον κακό θεό, τον ερμαφρόδιτο Ιαλδαβαώθ ή Σάκλα, που σημαίνει Υιός του Χάους και τον παρουσίαζαν ως λεοντόμορφο Φίδι. Αυτός μη γνωρίζοντας ότι υπάρχει άλλος θεός ανώτερος του, δημιουργεί τον παρόντα υλικό κατώτερο και ελλαττωματικό κόσμο. Για τους Γνωστικούς αυτός ήταν ο θεός της Π.Δ., θέση κατεξοχήν αντι-ιουδαϊκή, που τους οδήγησε να τιμούν τους απειθείς χαρακτήρες της βιβλικής αφήγησης. Για τους σύγχρονους θεόσοφους, ο Ιαλδαβαώθ είναι ο αληθινός τέλειος Όφις, ο επτακέφαλος θεός (το θηρίο της αποκάλυψης με τα επτά κέρατα).

 

Αξιοσημείωτο είναι ότι σε όλες τις παραλλαγές των Γνωστικών μύθων, ανιχνεύεται η προ-εγκόσμια γέννηση του «Αιώνα Ιησού», που έχει πνευματική συγγένεια με την φιλοσοφική «πατερική σκέψη» της προ-εγκόσμιας και προαιώνιας ύπαρξης του Υιού, του δευτέρου προσώπου / Θεού, του Μυστηρίου της «Τρισυπόστατης Μονάδας», όπως ορίζεται στο σύμβολο της πίστεως «τν κ το Πατρς γεννηθέντα πρ πάντων τν αώνων». Σύμφωνα δε πάντα με την «πατερική σκέψη» ο Υιός αν και είναι «γεννητός» προ πάντων των αιώνων συγχρόνως είναι και «συνάναρχος» με τον Πατέρα, αν και είναι «ομοούσιος(ν) τω πατρί» συγχρόνως είναι και υπερούσιος !!!!

 

 

Υπερούσιος

«Υπερούσιος χαρακτηρίσθηκε από τους θεολογούντες των πρώτων μετά Χριστόν χρόνων ο Θεός (Χριστιανισμός) ως «επέκεινα της ουσίας κείμενος», (Ιουστίνος, Μέγας Αθανάσιος, Ιωάννης ο Δαμασκηνός κ.ά.).

Ως Υπερούσιος όμως, ανυμνείται από τους υμνογράφους της Χριστιανικής Εκκλησίας και ο Χριστός, το δεύτερο πρόσωπο της Τριαδικής Θεότητας «Η Παρθένος σήμερον τον υπερούσιον τίκτει ... κλπ.»[21].

 

Στους Νεοπλατωνιστές, οι οποίοι είχαν αποδεχτεί το δόγμα του ζωροαστρικού δυισμού[22], ανήκει και το έργο του Ιάμβλιχου «περί Αιγυπτίων μυστηρίων» όπου αναφέρεται ότι από τον Ένα υπερβατικό θεό ξεπρόβαλε ένας δεύτερος θεός που ήταν «προούσιος και αρχή της ουσίας  (των όντων)»[23] και ο θεός των υποδεέστερων ενδιάμεσων θεών.

 

Προούσιος= ο προ πάσης ουσίας (ύλης) υπάρχων (Lexigram)

Οι καθηγητές της φιλοσοφίας  Βασίλης Κάλφας και Γιώργος Ζωγραφίδης  αναφέρουν ότι:

«Στην κρυπτική έκφραση πέκεινα τς οσίας στηρίχθηκε η πεποίθηση ότι ο Πλάτων ανέπτυξε μια «άγραφη» φιλοσοφία, μαθηματικής έμπνευσης, μόνο για τους μυημένους της Ακαδημίας, συστατικό στοιχείο της οποίας είναι η οντολογική πρόταξη του Αγαθού (που ταυτίζεται με το Ένα), και η παραγωγή των Ιδεών και των μαθηματικών οντοτήτων από αυτό. Όπως και να έχουν τα πράγματα, η τοποθέτηση του Αγαθού πέκεινα τς οσίας δεν παύει να σημαίνει και κάτι πιο απλό: ότι, για τον Πλάτωνα, όλη η γνώση έχει ηθική θεμελίωση, ότι η ηθική προηγείται της γνωσιολογίας»[24].

Κρυπτικός = ο επιτήδειος εις το κρύπτειν ή κρύπτεσθαι, κρυψίνους, υποκριτής (Λεξ. Σκαρλάτου Δ. Βυζαντίου)

 

Ο φιλοσοφικός κρυπτικός όρος υπερούσιος «επέκεινα της ουσίας» ή προούσιος που αναφέρεται στο δεύτερο δημιουργό θεό της αιγυπτιακής Μυθολογίας και στο δεύτερο πρόσωπο/θεό της επιβεβλημένης «Τρισυπόστατης Μονάδας», είναι ανύπαρκτος στην «αποστολική σκέψη» και αντιπροσωπεύει το αντίπαλο προς αυτή στρατόπεδο της «πατερικής σκέψης» που αποκρυστάλλωσε και ερμήνευσε την εξελιγμένη «πλατωνική σκέψη» η οποία θέτει ως δημιουργό των όντων ένα δεύτερο «προούσιο» θεό που προβλήθηκε από τον Πρώτο.

 

 

Η ανθρωπογονία των Γνωστικών

 

Βοηθοί του κακού θεού ήταν τα ποιήματά του οι «Άρχοντες» ή οι 360 «Άγγελοι» σύμφωνα με τους Σηθιανούς, οι οποίοι και ποίησαν τον βιβλικό χοϊκό Αδάμ (= άνθρωπο), κατά την εικόνα του αρχέτυπου ερμαφρόδιτου τέλειου και μεγαλώνυμου πνευματικού ανθρώπου[25], που ήταν η αντανάκλαση του επίσης αρρενοθήλυ υπέρτατου θεού τον οποίον ονόμαζαν Μητροπάτορα (= Μητέρα και Πατέρα όλων) και ήταν ο Πιγεραδάμας ή Γεραδάμας. Για τους Ναασηνούς ο αρχέτυπος άνθρωπος ήταν τριφυής (σώμα, ψυχή, πνεύμα) και τον ονόμαζαν Αρχάνθρωπο ή Άνωθεν άνθρωπο ή Αδάμαντα. Οι Μανιχαίοι τον ονόμαζαν «Πρώτο Άνθρωπο». Οι Καμπαλιστές και οι σύγχρονοι θεοσοφιστές Νεογνωστικοί, τον ονομάζουν Αδάμ Κάδμων. Και στην ελληνική Μυθολογία όπου περιγράφονται τα «αρχέγονα ελληνικά μυστήρια» τον ονομάζουν Πρατόλαο.

 

Ο Ιαλδαβαώθ με την άδεια της μητέρας του, κενώνεται από την δύναμή του εμφυσώντας στον χοϊκό Αδάμ πνοή ζωής, η οποία όμως περιείχε τα θεϊκά στοιχεία της μητέρας του. Έτσι ο άνθρωπος απέκτησε θεία σπίθα και συνείδηση θεϊκής καταγωγής από το πλήρωμα της θεότητας, την οποία όμως ο Ιαλδαβαώθ την φυλάκισε με τα δεσμά της λήθης. Η μόνη ελπίδα «αυτοσωτηρίας» του ανθρώπου ήταν η αφύπνιση της εσωτερικής θείας σπίθας, μέσω της απόκρυφης ενορατικής γνώσης και η ανάκτηση της μνήμης της, θέση συγγενής με τους σύγχρονους θεόσοφους.

 

Η θεία σπίθα των Γνωστικών συγγενεύει και με τον μύθο του Τιτάνα Προμηθέα, ποιητή του ανθρώπου από πηλό και φωτιά, που περιέγραφε την μαγική εκείνη στιγμή, που ανεφλέγει πνευματικά, με την βοήθεια της θεάς της σοφίας Αθηνάς, η νοητική σπίθα στον άνθρωπο, διακρίνοντας τον από το υπόλοιπο «άλογο» ζωικό βασίλειο[26].

 

 

Η ενσάρκωση του «Αιώνα Ιησού» κατά τους Γνωστικούς

 

Στην συνέχεια ο Γνωστικός «πατέρας» Βαλεντίνος μας παραδίδει την ακόλουθο ψευδή γνώση:  Ο Αιώνας Ιησούς, ενσαρκώνεται (ντύνεται με υλικό σώμα) και γίνεται ο (τέλειος) άνθρωπος Ιησούς.

 

Η «σκέψη» του Βαλεντίνου, συγγενεύει με την «σκέψη» των Απολογητών που έλεγαν: «η δε πρώτη δύναμις μετά τον Πατέρα πάντων και Δεσπότην Θεόν και υιός ο λόγος εστίν ος τίνα τρόπον σαρκοποιηθείς άνθρωπος γέγονεν»[27], καθώς και με την αποκαλυπτική «πατερική σκέψη» της ενσάρκωσης του προ-υπάρχοντος Υιού σε τέλειο άνθρωπο.

 

Μετά ο Αιώνας Χριστός εμφανίζεται στους ανθρώπους με την μορφή του ανθρώπου Ιησού (που ήταν η ενσάρκωση του Αιώνα Ιησού), στον οποίον και είχε ενοικήσει κατά την βάπτιση του στον Ιορδάνη ποταμό, με σκοπό να τους επαναφέρει στο πνευματικό φως και στη συνέχεια εγκαταλείπει, τον άνθρωπο Ιησού, πριν την σταύρωση του. Ο σταυρικός θάνατος του Ιησού, για τους Γνωστικούς δεν σώζει, αλλά ήταν η απελευθέρωση του Αιώνα Ιησού από το υλικό του σώμα.

 

Σκοπός του ενσαρκωμένου Αιώνα Ιησού ήταν:                                                                                                                           Η αφύπνιση και σωτηρία της εκπεσούσης ψυχής, του θείου στοιχείου του ανθρώπου, μέσω της διαφώτισης του Αιώνα Χριστού, που το πετύχαιναν οι «πνευματικοί» ανακτώντας την μνήμη των προτέρων. Έτσι οι «πνευματικοί» δια της γνώσεως αυτοσώζονται, γίνονται δηλαδή Γνωστικοί και εισέρχονται στο πλήρωμα του θεού.

Η αποκατάσταση της ενοφυλίας ή αφυλίας κατά το αιώνιο αρχέτυπο του ερμαφρόδιτου πνευματικού ανθρώπου.

Η κατάλυση της εξουσίας του κακού θεού της Π.Δ.

Η καταστροφή του ελλαττωματικού υλικού κόσμου και των «σαρκικών / υλικών» ανθρώπων μέσω της εκπύρωσης ή μέσω διάλυσης.

Η αποβολή των «ψυχικών» εκ του θείου πληρώματος.

Η αποκατάσταση της θείας τάξης, εντός του πληρώματος του θεού.

 

Ο «Αιώνας Χριστός» λοιπόν δια του «ενσαρκωμένου Αιώνα Ιησού» παρέχει την γνώση για την αυτοσωτηρία των «πνευματικών» ανθρώπων, και διασώζει και το «θείο πλήρωμα».

 

Εκπύρωση

 

Αξιοσημείωτο είναι ότι η δοξασία της «Παλιγγενεσίας» του Ηράκλειτου και των Στωικών, οι οποίοι υποστήριζαν την «κυκλική πορεία του σύμπαντος προς την αιωνιότητα» μέσω επαναλαμβανομένων πανομοιότυπων αναγεννήσεων των ορατών που λάμβαναν χώρα μετά από κάθε εκπύρωση[28], είχε  επίδραση στα περισσότερα θρησκευτικά και φιλοσοφικά συστήματα. Επίδρασε επίσης και στην «πατερική σκέψη» με την διαφορά ότι η τελευταία  υποστηρίζει την «ευθύγραμμη πορεία του σύμπαντος» και προσμένει γεγονότα που νομοτελειακά θα επιφέρουν, δια του πυρός, το τέλος της ιστορίας των αισθητών».

 

 

Ενσάρκωση (incarnation)

Οι Γνωστικοί ασχολούνταν με την αρχαία Φιλοσοφία και Μυθολογία, την οποία και είχαν ως δεξαμενή σκέψης. Έτσι είχαν υιοθετήσει την αντιβιβλική άποψη της ενσάρκωσης και μετενσάρκωσης, που ήταν πάγια διδασκαλία των Ορφικών, των Πυθαγόρειων, των Πλατωνικών, των λατρών του Διόνυσου κ.ά., που πίστευαν, ότι οι αθάνατες ψυχές των ανθρώπων ήταν πνεύματα, που εξέπεσαν από τον ουρανό στην γη (κάθοδος της ψυχής εντός της ύλης) λόγω ακαθόριστης αμαρτίας και για τιμωρία ενσαρκώθηκαν, ντύθηκαν δηλαδή με υλικό σώμα και έκτοτε το ζητούμενο είναι ο εξαγνισμός μέσω πολλών μετενσαρκώσεων και η αποκατάσταση στην αρχική τους προέλευση. Η πτώση της ψυχής από την ουράνια μακαριότητα μέσα στο γήινο σώμα, συμβολίζεται κατά τον Ιουδαίο φιλόσοφο Φίλωνα, από τους δερμάτινους χιτώνες, που έδωσε ο Θεός στον Αδάμ και στην Εύα να φορέσουν, πριν τους εκβάλει, από τον Κήπο της Εδέμ. Κατά τον ίδιο, η εκπεσούσα ψυχή και η φυλάκιση της στο γήινο σώμα μοιάζει με την υποδούλωση των Εβραίων στην Αίγυπτο και πρέπει να επιδιώκει την έξοδο της.

Επίσης στους «Χαλδαϊκούς Χρησμούς» αναφέρεται ότι: «Όσον αφορά την υπόσταση της ψυχής, αυτή έχει ένα διαμεσολαβητικό και αναγωγικό ρόλο. Με την κάθοδο της στα σώματα καθίσταται δέσμια της ύλης,  χωρίς όμως να παύει να αποτελεί μία ρευστή πραγματικότητα, διατηρώντας ένα μη πεπτωκός τμήμα της στο νοητό κόσμο. Τελικά, προορίζεται να ανέλθει στον τόπο προέλευσής της, στον ουράνιο θόλο, ξεφεύγοντας από τη λήθη των αισθητών»[29].

Η γνωστική ιδέα της ενσάρκωσης, του αρχέτυπου Αιώνα Ιησού στον γήινο άνθρωπο Ιησού, μαρτυρείται από αντιαιρετικές πηγές και στο πρόσφατα ανακαλυφθέν γνωστικό απόκρυφο ευαγγέλιο του Ιούδα. Σε αυτό φαίνεται ότι ο «προδότης» Ιούδας κατείχε ιδιαίτερη γνώση και η προδοσία του ήταν λυτρωτική ενέργεια, για να ελευθερωθεί το ενσαρκωμένο Πνεύμα του Ιησού, από το υλικό στοιχείο και να επιστρέψει στο πλήρωμα του θεού. Σύμφωνα πάντα με το απόκρυφο κείμενο, ο Ιησούς είπε στον Ιούδα «Εσύ θα θυσιάσεις τον άνθρωπο που με ενδύει»[30].

Την θεωρία της ενσάρκωσης του «Φιλοσοφικού Ιησού», άντλησε από την ίδια δεξαμενή σκέψης της Φιλοσοφίας και της Μυθολογίας και η «πατερική σκέψη» και τα συγγενή της δόγματα που ομολογούν πίστη στον «ενσαρκωμένο Υιό», παραποιώντας το «εγένετο», της αποστολικής ρήσης «ο λόγος σαρξ (= σώμα) εγένετο» που είναι μέση φωνή, αόρ. β΄ του ρήματος «γίγνομαι» σε «ενσαρκώθηκε».

 

Γίγνομαι = γεννώμαι || έρχομαι εις το είναι, γίνομαι || είμαι. (Λεξ. Σταματάκου)

 

Εν-σαρκώνω= υλοποιώ || δίδω υλικήν υπόσταση εις τινα || ενσωματώνω || μετενσαρκώνω || μετεμψυχώνω. (Λεξ. Σταματάκου)

 

Επηρεασμένοι βαθιά από την γνωστική δοξασία της ενσάρκωσης του «Αιώνα Ιησού», οι «πατέρες» της «Καθολικής Ρωμαϊκής Εκκλησίας» και οι συναφείς ομολογίες, αρνούνται, ότι ο Ιησούς Χριστός ήταν ο «προκεχειρισμένος» (= ορισμένος εκ των προτέρων, προορισμένος), αληθινός Υιός του Θεού που γεννήθηκε εν χρόνω, 100% εκ Πνεύματος Αγίου.

 

«Το δ ησο χριστο γένεσις (όχι η ενσάρκωση) οτως ν. μνηστευθείσης τς μητρς ατο Μαρίας τ ωσήφ, πρν συνελθεν ατος ερέθη ν γαστρ χουσα κ πνεύματος γίου». (Ματθ. 1:18

 

Αντ’ αυτού, αντιγράφοντας τους μύθους του Γνωστικισμού, ευαγγελίζονται, ότι ο προαιώνιος Υιός, κατέβηκε από τον ουρανό και ενσαρκώθηκε (ντύθηκε με χοϊκό σώμα) «κατελθόντα εκ των ουρανών και σαρκωθέντα εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου και ενανθρωπίσαντα», όπως ορίζεται στο πατερικό σύμβολο της πίστεως. Η δήλωση αυτή είναι μυθολογική και κατά την «πατερική σκέψη» εμπλέκει τρία μέρη, α) τον προ-υπάχοντα Υιό, β) το Πνεύμα το Άγιο και γ) την θνητή Μαρία. Παραπέμπει όμως σε σύζευξη ουρανού και γης, συγγενεύοντας έτσι με την μυθική ένωση του θεού Ουρανού που ήταν κατοικία των θεών και το πρώτο μυθικό αρσενικό στοιχείο  και της θεάς Γαίας την «μητέρα των μακάρων και των θνητών ανθρώπων» που στην μυθική κοσμογονία συμβολίζει την υλική πλευρά του κόσμου[31].  

 

Ο θεολόγος και καθηγητής της πατρολογίας, αείμνηστος Παναγιώτης Χρήστου, στο άρθρο του «Ενοφυλία το ιδεώδες των Γνωστικών» αναφέρει:

«Γενικώς εις τα συστήματα των Γνωστικών δύο θεότητες προεδρεύουν των θείων και των εγκοσμίων, μία άρρην και μία θήλεια. Η πρώτη περικλείει το ουράνιον στοιχείον, η Δευτέρα το γήινον είναι ο ουρανός και η γη της παλαιάς ελληνικής θρησκείας»[32]. 

 

 

Οι δύο φύσεις του Ιησού                                                                                                                                                                 Η συνδυαστική αυτή γνωμάτευση των συνοδικών πατέρων, ότι ο προ-υπάρχων δεύτερος θεός (ο Υιός) ενσαρκώθηκε «εκ πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου» [άρα ο Ιησούς δεν ήταν ο Υιός του Θεού αλλά η ενσάρκωση του προ-υπάρχοντος δεύτερου θεού-υιού] οδήγησε αναπόφευκτα και στην όχι καινοφανή ιδέα των δύο φύσεων του Ιησού, που είναι πνευματική κληρονομιά της Μυθολογίας, την οποία αφελώς ασπάζονται και τα πνευματοληπτικά κινήματα της Πεντηκοστής που είναι γεννήματα αμερικανικών χριστιανικών σιωνιστικών κέντρων, καθώς και τα λοιπά της Διαμαρτύρησης.

Ήδη στον μυστικιστικό Ερμητισμό μεταφυσικό σύστημα και ένα σώμα συστηματοποιημένων, μαγικών, αστρολογικών και αλχημικών πρακτικών») συναντάμε την ιδέα των δύο φύσεων του εκπεσόντος στον φυσικό κόσμο αρχέτυπου ανθρώπου.

 

«Και ο ίδιος ο (αρχέτυπος) άνθρωπος, θαυμάζοντας την εικόνα του, ερωτεύεται τον εαυτό του και θέλει να κατοικήσει στη γη. Έτσι έχουμε την πτώση του ανθρώπου και η φύση τον περισφίγγει από παντού. Και εξ αιτίας της πτώσης του ο άνθρωπος έχει διπλή φύση: θνητός ως προς το σώμα και αθάνατος ως προς την ουσία, δούλος και ταυτόχρονα κυρίαρχος της Ειμαρμένης που τελικά προσδιορίζεται από όλες τις σφαίρες»[33].

 

Ακόμα, σύμφωνα με την αποκρυπτογράφηση του δίσκου της Φαιστού , ο Έλληνας, ως αληθινός γιός του θεού, γεννιέται από γήινη μήτρα και ουράνιο σπέρμα.

 

Στο έργο του Αισχύλου «Προμηθεύς ο Δεσμώτης», ο Προμηθέας προλέγει ότι ο Λυτρωτής του, «ο λύσων», θα  γεννηθεί από Θεό και την θνητή παρθένο Ιώ[34].

 

Επίσης ο Διόνυσος που οι αρχαίοι Έλληνες τον αποκαλούσαν «Σωτήρα», «πάσχων θεός» και «θείο βρέφος» είχε και αυτός διττή φύση, αφού ήταν γέννημα της σύζευξης του θεού Δία (ουράνιο πρωταρχικό πυρ) και της θνητής νύμφης Σεμέλης (γήινη ουσία), ήτο δε και τρίγονος (τρις φορές γεννηθείς), ο Διόνυσος-Φάνης, ο Διόνυσος- Ζαγρέας και ο αναστημένος Διόνυσος που κλήθηκε από τον Δία να βασιλεύσει.

 

Ο μέγιστος των Ελλήνων μυθικών ηρώων Ηρακλής που οι γονείς του ήταν ο πατέρας των θεών και των ανθρώπων Δίας και η θνητή Αλκμήνη είχε και αυτός δύο φύσεις, και πολλοί άλλοι.

 

Σύντομο ιστορικό της «ένωσης των δύο φύσεων του Ιησού»

Οι Οικουμενικές σύνοδοι, σκόπευαν στην εύρεση, από τους επισκόπους της Αυτοκρατορικής θρησκείας, καταπραϋντικών και συμβιβαστικών λύσεων στις εσω-εκκλησιαστικές διαμάχες τους, αφού πλήθος Γνωστικών και άλλων «αιρετικών» διετέλεσαν, για αρκετό καιρό, μέλη της «επίσημης Εκκλησίας». Πολλές φορές η επίλυση των δογματικών ερίδων γινόταν μέσα σε «ατμόσφαιρα τρομοκρατίας», με δωροδοκίες και φανατικούς οπλισμένους μοναχούς που λεηλατούσαν τις αντίπαλες εκκλησίες φονεύοντας τους επισκόπους των. Έτσι το Χριστολογικό δόγμα της σύνθετης φύσης του Ιησού σε μία υπόσταση, διατυπώθηκε το 451 μ.Χ. από την Δ΄ Οικουμενική της Χαλκηδόνας, που συγκάλεσε το Ρωμαϊκό αυτοκρατορικό ζεύγος Μαρκιανού και Πουλχερίας, με σκοπό να αντιμετωπισθεί η εριστική διδαχή του αρχιμανδρίτη Ευτυχίου, συνεργάτη του Κυρίλλου της Αλεξανδρινής σχολής, που υποστήριζε ότι η ανθρώπινη φύση του Χριστού απορροφήθηκε μέσα στη θεία και επομένως, ο Ιησούς είχε μία μόνο φύση τη θεϊκή. Έτσι αντί της «απορρόφησης» της μιας φύσεως από την άλλη, επικράτησε η «ένωση» των φύσεων σε μία υπόσταση, που υποστήριξε η σχολή της Αντιόχειας. Η νέα συνοδική φόρμουλα, για τη ταυτότητα της φύσης του Ιησού, επέφερε σχίσμα και οι εκκλησίες που αποσχίστηκαν ονομάστηκαν Αντιχαλκηδόνιες.

Όρος της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, σε απόδοση

«Η ένωση των δύο φύσεων στον Χριστό έγινε έτσι ώστε αυτές να μη συγχέονται, να μη μεταβάλλονται να μη καταμερίζονται, να μη διαιρούνται, χωρίς (όμως) καθόλου να καταργείται η διαφορά των δύο φύσεων εξαιτίας αυτής της ένωσης, η οποία συντελέστηκε με τέτοιο τρόπο, που να διατηρεί η κάθε φύση τις ιδιότητες, αλλά και να είναι (και οι δύο) ενωμένες σ΄ ένα πρόσωπο και σε μία υπόσταση». Πηγή

 

 

Ο βιβλικός Ιησούς

Οι Απόστολοι δίδαξαν, ότι η Εβραία δούλη του Θεού Μαριάμ, έτεκε τον Ιησού, τον οποίον είχε συλλάβει θαυματουργικά, χωρίς την βιολογική συμμετοχή της. Αυτό που είχε γεννηθεί μέσα της ήταν εκ Πνεύματος Αγίου.

«το γαρ εν αυτή γεννηθέν εκ Πνεύματός έστιν Αγίου». (Ματθ. 1:20)

«Κα ποκριθες γγελος επεν ατ· Πνεμα γιον πελεύσεται π σ κα δύναμις ψίστου πισκιάσει σοι· δι κα τ γεννώμενον γιον κληθήσεται υἱὸς Θεο». (Λουκ. 1:35)

Οι φύσεις είναι ξεχωριστές και διακριτές και δεν συν-θέτονται, παρεκτός στην Μυθολογία. Ο Ιησούς δεν είχε δύο γονείς, πατέρα και μητέρα, όπως ο βιολογικός  άνθρωπος και οι μυθικοί θεάνθρωποι, ούτε είχε δύο φύσεις ενωμένες σε μία υπόσταση, μία βιολογική γήινη και μία επουράνια, αλλά ήταν ολόκληρος «Γέννημα» εκ θελήματος του ουράνιου Πατέρα, ο οποίος έμενε μέσα στον Υιό Του και ο Υιός  έμενε μέσα στον Πατέρα Του[35].

 

«Ε δ ποι κν μο μ πιστεύητε, τος ργοις πιστεύετε, να γντε κα γινώσκητε τι ν μο πατρ καγ ν τ πατρί». (Ιωάν. 10:38)

 

Ο Ιησούς ήταν «ο άρτος ο ζων ο εκ του ουρανού καταβάς», «η εικόνα του αοράτου Θεού», «ο Αρχηγός της ζωής», «ο Υιός (το Γέννημα) της αγάπης του Θεού», «απαύγασμα της δόξης και χαρακτήρ της υποστάσεως Αυτού», «ο Ζωντανός, αληθινός Ναός του Θεού». Ο Ιησούς  ήταν η απτή η ορατή η ζωντανή εικόνα του Πατέρα, το απαύγασμα της δόξας του Θεού του αοράτου που είναι « μόνος χων αθανασίαν».

Ο Ιησούς δεν ήταν η φανέρωση της  αισθητής, ορατής υπόστασης, του θνητού χοϊκού ανθρώπου, τον οποίο ο Θεός εποίησε  κατά εικόνα Θεού «ν εκνι θεο ποησα τν νθρωπον» (Γεν. 9:6, Lxx) και είναι «τύπος του μέλλοντος», που σημαίνει ότι ο χοϊκός θα λάβει την εικόνα του «επουρανίου Ιησού».

Ο Ιησούς ήταν η φανέρωση της αόρατης  και αθάνατης Υπόστασης του Αιώνιου Θεού και λειτουργούσε (μιλούσε, άκουε, ενεργούσε, ζωοποιούσε) ακριβώς όπως ο Πατέρας Του γιατί ήταν ο Ίδιος ο Αληθινός Θεός και η Ζωή η Αιώνια και όχι ένας δεύτερος θεός που έγινε θεάνθρωπος «την δόξαν μου ετέρω ου δώσω». (Ησ. 42:8)

 

«ο πιστεύεις τι γ ν τ πατρ κα πατρ ν μοί στιν; τ ήματα γ λέγω μν π' μαυτο ο λαλ, δ πατρ ν μο μένων ποιε τ ργ ατο». (Ιωάν. 14:10)

 

 

Ο «Λόγος» δεν πήρε σάρκα, αλλά έγινε σάρκα «Ο Λόγος σαρξ εγένετο» και έτσι, φάνηκε, έγινε ορατός ο Ένας Θεός της Π. Διαθήκης «ο Θεός εφανερώθη εν σαρκί», «η Ζωή εφανερώθη».

 

Αυτός που κατέβηκε από τον ουρανό δεν ήταν ο ενδιάμεσος θεός του Πλάτωνα και των Γνωστικών, ούτε ο δεύτερος θεός των Απολογητών, των Ερμητιστών και των «πατέρων της Καθολικής Εκκλησίας» αλλά ήταν ο Πατέρας Θεός με σώμα εξ ουρανού που το γέννησε ο Ίδιος.  Όποιος έβλεπε το σώμα του Ιησού έβλεπε τον Αιώνιο Θεό.

 

«Ο εωρακώς εμέ εώρακεν τον πατέρα». (Ιωάν. 14:9)

 

«λλ' επον μν τι κα ωράκατέ με κα ο πιστεύετε». (Ιωάν. 6:36)

 

Και στον Μωυσή είπε ο Θεός «κατέβην εξελέσθαι αυτούς» (από την Αίγυπτο) αλλά τότε κατέβηκε ασώματος, χωρίς σώμα, διότι ακόμη δεν είχε γεννήσει τον μονογενή Υιό Του. (Ιωάν. 2:21, 6:51, Πράξ. 7:34).

 

 

Ο Ιησούς, ο Χριστός, δεν ντύθηκε με χοϊκό σώμα

«Σώματα επουράνια και σώματα επίγεια». Ο Αρχηγός της σωτηρίας Ιησούς, ο Χριστός, ο Λόγος της ζωής, είχε ξεχωριστό / μοναδικό επουράνιο σώμα «ουκ εξ αιμάτων», που η ταυτότητα του ήταν «η Ανάσταση» και «η Ζωή», «γ εμι νάστασις κα η ζωή».

 

Όταν ο Ιησούς ρώτησε σεις τίνα με λέγετε ότι είμαι; Ο Πέτρος δεν είπε ότι: Συ είσαι ο Υιός της Μαρίας, ούτε είπε: Συ είσαι ο ενσαρκωμένος Υιός του Θεού, αλλά είπε: «Συ είσαι ο Χριστός ο Υιός του Θεού του ζώντος». Και ο Ιησούς του απάντησε: « Μακάριος είσαι, Σίμων, υιέ του Ιωνά, διότι σαρξ και αίμα δεν σοι απεκάλυψε τούτο, αλλ' ο Πατήρ μου ο εν τοις ουρανοίς». (Ματθ. 16:16-17)

 

Ο Ιησούς ήταν «ο Υιός του Πνεύματος, ο Υιός του Θεού» διότι τον γέννησε ο Αιώνιος Θεός / το Αιώνιο Πνεύμα «σώμα δε κατηρτίσω μοι». Δεν είχε, ούτε φόρεσε σώμα χοϊκού ανθρώπου. Απεναντίας ο χοϊκός άνθρωπος που είναι «τύπος του μέλλοντος», λαμβάνοντας τον Ιησού «θέλει φορέσει την εικόνα του επουρανίου».

 

«Οποίος ο χοϊκός, τοιούτοι και οι χοϊκοί, και οποίος ο επουράνιος, τοιούτοι και οι επουράνιοι και καθώς εφορέσαμεν (οι εν Χριστώ) την εικόνα του χοϊκού, θέλομεν φορέσει και την εικόνα του επουρανίου». (Α΄ Κορ. 15:49)

Το σώμα του Ιησού δεν ήταν φαινομενικό, όπως πίστευαν οι Δοκητές, αλλά ήταν ορατό και ψηλαφούμενο, όπως και το μάνα εξ ουρανού ήταν ορατό και ψηλαφούμενο, με ίδιον, τίμιο αίμα.

 

«Εκείνο, το οποίον ήτο απ' αρχής, το οποίον ηκούσαμεν, το οποίον είδομεν με τους οφθαλμούς ημών, το οποίον εθεωρήσαμεν και αι χείρες ημών εψηλάφησαν, περί του Λόγου της ζωής». (Α΄ Ιωάν. 1:1)

 

Εάν, με το φως της  Κ. Διαθήκης, συγκρίνουμε το «εξ ουρανού» σώμα του Κυρίου Ιησού (Α΄Κορ, 15:47) του δεύτερου ανθρώπου (Αδάμ=άνθρωπος), με το αισθητό, χοϊκό σώμα του πρώτου ανθρώπου, παρατηρούμε ότι το σώμα του Ιησού, ήταν ομοίωμα/απεικόνισμα του αισθητού σώματος της αμαρτίας (σάρκας) του χοϊκού ανθρώπου και όχι απαύγασμα της δόξας του ή χαρακτήρας της υπόστασης του.

 

Άλλωστε ο Ησαΐας φωνάζει «πάσα σαρξ χόρτος και πάσα δόξα ανθρώπου ως άνθος χόρτου». (40:6). Και ο Ιώβ λέει: «βροτός δε γεννητός ίσα όνω ερημίτη». (11:12, LXX)

 

 

Τι είναι το ομοίωμα

Ομοίωμα = το, πράγμα τι έχον ομοιότητα προς άλλο, απεικόνισμα (Λεξ. Liddell-Scott)

Απεικόνισμα= η ακριβής αναπαράσταση με εικαστικά μέσα (Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα)

Ομοίωμα = κάθε κατασκευή που μοιάζει εξωτερικά ως προς τη μορφή, το σχήμα κτλ. με κάτι άλλο, το οποίο χρησιμοποιήθηκε ως πρότυπο (ξύλινο / γύψινο ομοίωμα του Παρθενώνα), αντίγραφο. (Lexigram)

Ομοίωμα= αντικείμενο που κατασκευάστηκε έτσι ώστε να είναι όμοιο εξωτερικά με άνθρωπο, ζώο ή πράγμα, χωρίς όμως να έχει τις λειτουργίες του προτύπου του π.χ. μουσείο κέρινων ομοιωμάτων (Βικιλεξικό)

 

Τι είπαν οι Απόστολοι για την σάρκα /σώμα του Ιησού

 

«Τ γρ δύνατον το νόμου ν σθένει δι τς σαρκός, θες τν αυτο υἱὸν πέμψας ν μοιώματι σαρκς μαρτίας …». (Ρωμ. 8:3)


« ….εν ομοιώματι ανθρώπων γενόμενος και σχήματι ευρεθείς ως άνθρωπος». (Φιλ. 2:7)

 

«πε ον τ παιδία κεκοινώνηκεν αματος κα σαρκός, κα ατς παραπλησίως (= περίπου, σχεδόν ομοίως) μετέσχεν τν ατν». (Εβρ. 2:14)

 

Ο Ιησούς θεληματικά υπέφερε και δοκιμάστηκε κατά πάντα, όπως ο χοϊκός άνθρωπος υποφέρει και δοκιμάζεται, για να γίνει εύσπλαχνος και αξιόπιστος Αρχιερέας και θεληματικά γεύθηκε τον θάνατο υπέρ παντός ανθρώπου για να νικήσει τον θάνατο και ανέστη για να μας χαρίσει την Ζωή (Ιωάν. 3:13, 6:51, Ρωμ. 8:3, Πράξ. 20:28, Φιλιπ. 2:8, Εβρ. 2:16-17, 2:9, 4:15, 10:5,  GR/Orthodox)

 

 

Η ενσάρκωση και η μετενσάρκωση, ήταν κυρίαρχη πίστη των ειδωλολατρών, των Γνωστικών και των ανατολικών θρησκειών

 

Όπως οι όροι ομοούσιος και υπερούσιος, έτσι και ο όρος ενσάρκωση είναι ανύπαρκτος στην Αγία Γραφή, απαντάται μόνο σε αρχαίες θρησκείες και φιλοσοφικές σχολές.

 

Στην αιγυπτιακή Μυθολογία, το νερό και ο ήλιος θεωρούνταν σύμβολα της ζωής, λόγω γεωγραφικής θέσης (Νείλος ποταμός, ηλιοφάνεια). Οι δε ηγεμόνες της Αιγύπτου (Φαραώ) ήταν η ενσάρκωση του Θεού στην γη και το επίκεντρο της  θρησκευτικής λατρείας.

 

Στον Ινδουισμό, αβατάρ είναι η κάθοδος και η ενσάρκωση ανώτερων όντων στην γη, όπως ο αγέννητος και αθάνατος θεός  Βισνού, που έχει στο ενεργητικό του πολυάριθμες ενσαρκώσεις, με μορφή ζώων, πουλιών, φυτών και ανθρώπων, με σκοπό να σώσει την ανθρωπότητα από το κακό και τις δαιμονικές δυνάμεις. Οι κυριότερες ενσαρκώσεις του Βισνού είναι με την μορφή του Ραμαγιάνα ή Ράμα και του Κρίσνα. Σε αναμονή είναι η αβατάρα του Κάλκιν, η ενσάρκωση του λευκού αλόγου, που θα αποκαταστήσει στη γη τον χρυσό αιώνα και θα φέρει την τελική απελευθέρωση του ανθρώπου και την ανακάλυψη της θείας φύσης του[36]. Ο Ινδουισμός έχει έξι (6) ορθόδοξα συστήματα, το αρχαιότερο φιλοσοφικό σύστημα αυτογνωσίας η Βεδάντα, θεωρεί, ότι το αισθητό είναι παραίσθηση (illusion), το δε σύμπαν κατά διαστήματα καταστρέφεται και αναδημιουργείται (Ηράκλειτος-Στωικοί).

 

Επίσης το θρησκευτικό ρεύμα των Αλαουίτων, που είναι κράμα ζωροαστρικών, χριστιανικών, μουσουλμανικών και γνωστικών δοξασιών,  πιστεύει ότι η ενσάρκωση του Θεού ήταν ο Ιουδαίος Ιησούς του Ναυή, που κατέκτησε την γη του Ισραήλ, καθώς και ο τέταρτος χαλίφης Αλί, που δολοφονήθηκε από τους εχθρούς του Σουνίτες.

 

Οι οπαδοί του αποθανόντα Ινδού γκουρού Σάτυα Σάι Μπάμπα, τον υμνούν ως ενσάρκωση της Αγίας Τριάδας και της Αλήθειας, ως Κύριο της δημιουργίας και σωτήρα της ανθρωπότητας. Ο ίδιος πάντως είχε δηλώσει ως νέος, ότι ήταν η ενσάρκωση του πνευματικού δασκάλου Σάι Μπάμπα του Σίρντι.

 

Οι περισσότεροι δάσκαλοι και καθοδηγητές του Γνωστικισμού, όπως ο Σίμων και ο μαθητής του Μένανδρος, θεωρούσαν τους εαυτούς τους γνήσιες ενσαρκώσεις ανώτατων δυνάμεων[37].

 

Οι γνωστικοί Σηθιανοί, πήραν το όνομά τους από την λατρεία του Σήθ, υιού του Αδάμ, που πίστευαν ότι ήταν η ενσάρκωση του θεού και κατείχε την θέση του Χριστού.

 

Ακόμη και ο Πέρσης Μάνης, που ίδρυσε δική του θρησκεία, τον Μανιχαϊσμό, πίστευε ότι είναι η τελευταία ενσάρκωση του Χριστού και του Βούδα.

 

Ομοίως η αναδυόμενη νέα κινεζική θρησκεία «Του Παντοδύναμου Θεού», που υποστηρίζει ότι ο Χριστός των εσχάτων ημερών εμφανίστηκε στην Κίνα, υιοθετεί θεωρίες ενσαρκώσεων και άλλες γνωστικές αντιλήψεις.

 

Οι Μελχισεδεκιτές, της Φρυγίας και της Λυκαονίας, κράμα Ιουδαϊσμού και Χριστιανισμού, πίστευαν ότι ο Μελχισεδέκ ήταν η ενσάρκωση του Λόγου. Αυτοί κατά την Οθωμανική περίοδο εξισλαμίστηκαν βιαίως.

 

Οι Ιμαμίτες (Δωδεκατιστές), που είναι μέρος του  Σιιτισμού[38], θεωρούν τους δώδεκα μεγάλους πνευματικούς καθοδηγητές (= Ιμάμηδες) ότι είναι η ενσάρκωση του θείου φωτός. Αναμένουν τον δωδέκατο μεσσιανικό Ιμάμη  (Mahdi = ο ορθά καθοδηγούμενος), να έρθει στις έσχατες ημέρες του κόσμου, ως  σωτήρας του Ισλάμ, έχοντας βοηθό του τον Χριστό που θα κατέβει από τον ουρανό για αυτό τον σκοπό  (Δευτέρα Παρουσία) και θα κάνει όλους τους Χριστιανούς Μουσουλμάνους. Και ύστερα θα επέλθει η συντέλεια του κόσμου, η εκμηδένιση της ύλης, η Κρίση και η αιωνιότητα.

 

Σύμφωνα δε με τον Όμηρο και την ομηρική σχολή σκέψης, οι θεοί ενσαρκώνονταν και συμμετείχαν ενεργά στα ανθρώπινα δρώμενα και την ανθρώπινη ιστορία, όπως μας διδάσκουν και τα «Ομηρικά έπη», Ιλιάδα και Οδύσσεια.

 

Στα απόκρυφα βιβλία των Καμπαλιστών, τα οποία αποδεικνύουν για τους δύσπιστους, την ιστορικότητα του Ιησού, αναφέρεται ότι το πνεύμα του Ησαύ μπήκε μέσα στον Χριστό και γι΄ αυτό ήταν κακός και ο ίδιος  ο Ησαύ.

 

Επίσης ο Ιώσηπος, λέει για τους ελληνίζοντες Φαρισαίους: «Όλες οι ψυχές, υποστηρίζουν, είναι άφθαρτες, αλλά η ψυχή των καλών μόνο περνά στο σώμα κάποιου άλλου, ενώ οι ψυχές των ασεβών υποφέρουν από ατελείωτη τιμωρία[39]».

 

Οι μυθολογικές δυαλιστικές ιδέες, περί πτώσης της αθάνατης ψυχής και  ενσάρκωση της σε γήινο σώμα που παρομοιάζετο με σήμα (τάφο) απ΄ όπου έπρεπε να ελευθερωθεί και να επιστρέψει εξαγνισμένη στη ουράνια πατρίδα μέσω μετενσαρκώσεων «δόγμα της ανακυκλωτικής μετεμψυχώσεως», είχαν διεισδύσει σε όλες τις αρχαίες δοξασίες. Εάν εκλάβουμε δε ως έγκυρη την μαρτυρία του Επιφανίου «κατά Στωικών», όπου καταγγέλλει τις ιδέες αυτές ως «πλάνη και ασέβεια», φαίνεται, ότι και αυτοί οι Στωικοί, είχαν μεταπηδήσει στο ιδεολογικό στρατόπεδο του Πλατωνισμού.

 

«μεταγγισμος τε ψυχν  κα μετενσωματσεις π σματος ες σμα, καθαιρομνων (= εξαγνισμένων) <ψυχν π> σωμτων δ' α πλιν εσδυουσν κα νπαλιν γεννωμνων, δι πολλς ατν πλνης τατην τν σβειαν παρυφανοντες. μρος δ θεο κα θνατον τν ψυχν γονται». (Επιφάνιος, Πανάριον, κατά Στωικών).

 

 

Η ιδεολογική «Ιερή Τριάδα» των Γνωστικών και οι συγγένειές της

Σύμφωνα με τους Σηθιανούς που ήταν κύριο ρεύμα του γνωστικισμού, από τον Μόνο, Υπερβατικό, Αγαθό Θεό του Φωτός, γεννιέται η Βαρβηλώ (όπως η Αθηνά από τον «Μητροπάτορα Δία»), η υπέρτατη Μητέρα-Πατέρας του παντός, που είναι θηλυκή και ανδρόγυνη, «η πρώτη σκέψη», «η εικόνα του», «το Άγιο πνεύμα», «ο τρις-άνδρας», «η πρώτη δόξα του αόρατου Πατέρα», «ο αιώνιος Αιώνας του άυλου κόσμου» και «ο πρώτος των μελλόντων».

 

 Η Βαρβηλώ ατενίζοντας την υπέρτατη Μονάδα γέννησε τον Αυτογενή Υιό του φωτός, που ταυτίζεται με τον Χριστό. Οι Σηθιανοί της απέδιδαν τρεις ιερές υποστάσεις  «ΠατέραςΜητέρα-Υιός», που είναι του Καλυπτού  (κρυμμένου), του Πρωτοφανούς (πρωτοφανερωμένου) και του Αυτογενούς  (αυτογέννητου)[40].  Από τις τρεις υποστάσεις αυτές αναφάνηκε ο αρχέτυπος  Άνθρωπος ο Πιγεραδάμας ή Γεραδάμας.

 

Η ιδέα των τριών ιερών υποστάσεων «Πατέρας-Μητέρα -Υιός» είναι συγγενής με τους συντελεστές της ιερής τριάδας της κοσμοθέασης του Πυθαγόρα, «της Ατέρμονης κίνησης (Πατέρας)-της Αέναης Ζωής (Μητέρα)- και της Αέναης ενέργειας (Υιός)[41]».

 

Οι Πυθαγόρειοι θεωρούσαν ότι οι πρωταρχικές ιδέες είναι οι αριθμοί. Οι μονοί αριθμοί ήταν αρσενικές θείες οντότητες και οι ζυγοί αριθμοί θηλυκές, το δε γινόμενο 2×3= 6 ήταν (αρσενικό-θηλυκό) που συμβόλιζε τον γάμο. Πίστευαν ότι τα πάντα ορίζονται από τον ιερότατο αριθμό τρία (3) «Το παν και τα πάντα τοις τρισίν ώρισται» (Γέννηση – Ζωή - Θάνατος, Παρελθόν – Παρόν - Μέλλον, Μήκος – Πλάτος - Ύψος). Δίδαξαν δε την απόκρυφη Διάλυση της Μονάδας σε τριάδα ή τριάδες, εισάγοντας έτσι την θεωρία των τριαδικών Μονάδων.

 

«Όπως άλλωστε λένε και οι Πυθαγόρειοι, το παν και τα πάντα ορίζονται από τον αριθμό τρία, γιατί το τέλος και το μέσο και η αρχή  αντιπροσωπεύονται από τον αριθμό του παντός, που είναι ο αριθμός τρία (3). Γι΄ αυτό έχοντας πάρει από την φύση αυτές τις έννοιες, σαν νόμους της, χρησιμοποιούμε κατά τις θεοτικές τελετές (θεουργίες) αυτόν τον αριθμό (3)»[42].

 

Οι απόψεις των Πυθαγορείων ήταν τα ισχυρότερα επιχειρήματα των «πατέρων» και των ευαγγελιζομένων την «Χριστιανική Ιερή Τριάδα» στους «άπιστους» και «ασεβείς» Εθνικούς, που άλλο τι δεν σέβονταν εκτός από θηλυκές ή αρσενικές «Ιερές Τριάδες». Όμως με την επικράτηση της «Χριστιανικής Ιερής Τριάδας» και της ανδροκρατούμενης ιεροσύνης, οι θηλυκές «Ιερές Τριάδες» έχασαν τη δημοτικότητά  τους.

 

 

Η τριαδική ιδέα των Γνωστικών, συγγενεύει επίσης με την «Τριάδα του Παραδείσου» που αποτελείται από τον «Συμπαντικό Πατέρα, τον Αιώνιο Υιό, και το Άπειρο Πνεύμα» σύμφωνα με το βιβλίο της Ουράντια[43] που διαδίδει αρχαίες γνωστικές ιδέες τις οποίες λαμβάνουν, ως ισχυρίζονται, από εξωγήινα, ανώτερα όντα.

 

Επίσης συγγενεύει με την θεωρία των τριών υποστάσεων που θεμελίωσε ο Νεοπλατωνικός φιλόσοφος Πλωτίνος, στις «Εννεάδες», όπου αναπτύσσει την οντολογική ιεραρχική ενότητα του Όντος (της ιερής Τριάδας) «Εν (ο Ουρανός)–Νους (ο Κρόνος)–Ψυχή (ο Δίας)»[44].

 

Ασπαζόμενοι την φιλοσοφική άποψη της ιερής Τριάδας που δεσπόζει στο αισθητό σύμπαν, οι πρόγονοι μας πίστευαν και στους τρεις αδελφούς Δία Ποσειδώνα Άδη.

 

Η παλαιότερη αναφορά για τον Δία, που δηλώνει την πρώτη εκδήλωση ή Λόγο, υπάρχει στους Ορφικούς, ο δε ποιητής Βιργίλιος τον αποκαλεί «Μεγάλο όφι». Εξελισσόμενη η νεοπλατωνική σκέψη ανάπτυξε την «Τριάδα Του Δία»: Πατέρας (η δυναμικότητα) – Υιός (η δύναμη σε πράξη) και Πνεύμα (ο νούς)[45].

 

Οι αρχαίες τριαδικές, θηλυκές ή αρσενικές, θεότητες έχουν ισχυρή ιδεολογική συγγένεια με την τριάδα των Γνωστικών και ισχυρότατη με την «πατερική αποκάλυψη» του Τρισυπόστατου Θεού (Πατήρ - Υιός - Άγιο Πνεύμα).

 

Η τριπλή υπόσταση δείχνει τρεις οντολογικές θεότητες, τρεις Θεούς και παραπέμπει στον Πολυθεϊσμό. Υπό αυτήν την έννοια ο «Χριστιανισμός», τον οποίο διαμόρφωσε η «πατερική σκέψη», είναι νέα πολυθεϊστική θρησκεία, παραλλαγή της αρχαίας και όχι μονοθεϊστική, όπως η ίδια κακώς επικαλείται. Αναμιγνύοντας «οι πατέρες» τον πολυθεϊσμό με τον μονοθεϊσμό διαιώνισαν την αρχαία θρησκευτική σκέψη του Πλωτίνου ότι: «Ο λατρεύων τους Θεούς, λατρεύει τον Θεό».

 

 

Ο ιστορικός Μιχάλης Μπατής στο άρθρο του «Η Τριαδική Υπόσταση του Θείου- Η Αέναη Πάλη Θήλεως και Άρρενος» (Μέρος Β΄υποστηρίζει ότι:

 

«Ο Πλάτωνας στο έργο του <Φαίδων> μίλησε πρώτος για μια Τριαδική θεότητα όπως προσπαθεί να την περιγράψει ο Χριστιανισμός. Το Αγαθόν αντιπροσωπεύει τον Πατέρα, ο Λόγος είναι ο Υιός του και η Ψυχή είναι το Άγιο Πνεύμα»[46].

 

Ο ίδιος ιστορικός στο άρθρο του «Ελληνιστική εποχή και Χριστιανισμός» αναφέρει:

 

«Ένα άλλο θεολογικό στοιχείο το οποίο έλαβε ο Χριστιανισμός από την αρχαία παράδοση και ιδίως από εκείνη των ύστερων χρόνων, είναι η τριαδική αντίληψη του θείου. Η διατύπωση του δόγματος της Αγίας Τριάδας παραπέμπει στην αρχή της Ορφικής Τριαδικότητος, σύμφωνα με την οποία ο νόμος του τριγώνου διέπει τα πάντα, από την Δημιουρ­γία (Νυξ – Ουρανός - Γαία), έως την τριαδική υπόσταση του ανθρώπου (Πνεύμα, Ψυχή, Σώμα), έως την Τρισήλιο Θεότητα του Ιουλιανού και την τριχοτόμηση της ψυχής (λο­γικό, θυμικό, επιθυμητικό). Κατά τον νεοπλατωνικό φιλόσοφο Ιάμβλιχο αρχή των πάντων είναι το Εν, από το οποίο απορρέει ο τριαδικός νους. Αυτός ο τριαδικός νους στην ιεραρχική τάξη του Δωδεκαθέου εκ­φράζεται δια της σχέσεως Δίας - Πατήρ, Αθηνά - Πνεύμα και Απόλλων - Λόγος. Από τις δοξασίες αυτές α­πέρρευσε και η αντίστοιχη τριαδική αντίληψη του θείου στον Χριστιανι­σμό, ενώ ο Ιουδαϊσμός είναι μονολατρικός, εστιαζόμενος στον Γιαχβέ»[47].

 

 

Άρρεν και Θήλυ κατά τους Γνωστικούς

 

 

«Κα κοδμησεν Κριος Θες τν πλευρν ν λαβεν π το Αδάμ ες γυνακα κα γαγεν ατν πρς τν Αδάμ». (Γέν. 2:21)

 

Την κατά την Βίβλο, οικοδομή της γυναίκας με υλικό μία από τις πλευρές (= τα οστά που σχηματίζουν την θωρακική κοιλότητα) του χοϊκού Αδάμ, οι Γνωστικοί, την παρερμήνευαν ως παράτυπο και παροδικό διαχωρισμό του θηλυκού, από του αρσενικού και ως την αιτία του θανάτου. Φαντασιώνονταν έναν αρχέτυπο πνευματικό ανδρόγυνο θεό, (δίφυλο, άρρεν και θήλυ), δημιουργό της ανθρωπότητας, ο οποίος χωρίστηκε στα δύο και έχασε την αρχική του εικόνα της ενοφυλίας. Η φυσική σύζευξη, ανδρός και γυναικός, αποτυπώνει την ανάγκη επανένωσης των φύλων και αποκατάστασης της αρχέτυπης πνευματικής ενοφυλίας ή αφυλίας, μέσω της ερωτικής απόλαυσης, που ήταν και το ουτοπικό ιδεώδες των Γνωστικών για την είσοδο στην Βασιλεία των Ουρανών. Η ιδέα αυτή ανιχνεύεται και σε αναγνωρισμένα ως ορθόδοξα κείμενα, όπως στην «Β΄ επιστολή Κλήμεντος»[48] και στο «Μαρτύριον της Περπέτουας»[49].

 

Ομοίως και οι ομοφυλοφιλικές θρησκευτικές τελετές των Ναασηνών, Καρποκρατιανών, Οφιτών, Βορβοριτών κ.ά. Γνωστικών ομάδων, προς τιμή του ερμαφρόδιτου αρχέτυπου Μητροπάτορα Αρχάνθρωπου, σκοπό είχαν την βίωση της αρχέγονης κατάστασης της ανδρογυνίας και κατά συνέπεια την άρση της τεκνοποιίας. Με παρόμοιους μύθους, οι ομοφυλοφιλικές, παρά φύση πράξεις, γνωστές από αρχής κτίσεως κόσμου, απέκτησαν θρησκευτικό χαρακτήρα. (Γεν. 19:4-5)

 

«Διά τούτο παρέδωκεν αυτούς ο Θεός εις πάθη ατιμίας· διότι και αι γυναίκες αυτών μετήλλαξαν την φυσικήν χρήσιν εις την παρά φύσιν, ομοίως δε και οι άνδρες, αφήσαντες την φυσικήν χρήσιν της γυναικός, εξεκαύθησαν εις την επιθυμίαν αυτών προς αλλήλους, πράττοντες την ασχημοσύνην άρσενες εις άρσενας και απολαμβάνοντες εις εαυτούς την πρέπουσαν αντιμισθίαν της πλάνης αυτών». (Ρωμ. 1:26—27)

 

Αυτό είναι και το υπόβαθρο της σημερινής αποδοχής και προώθησης, από τους κόλπους του Φιλελεύθερου Χριστιανισμού και του Νέο-γνωστικισμού, της παρά φύση σεξουαλικής πράξεως και του ανδρόγυνου μοντέλου (unisex), που επιχειρεί την παύση της οντολογικής διάκρισης των δύο βιολογικών φύλων, λανσάροντας το κοινωνικό φύλο (Gender=γένος), με αποτέλεσμα την εναντίωση στο «αυξάνεσθε και πληθύνεσθε».

 

Ο μύθος του ανδρόγυνου θεού ή ανθρώπου, απαντάται και εκτός γνωστικών συστημάτων, όπως στην θεογονία των Ορφικών, όπου μέσα από το αυγό γεννάται αρρενοθήλεια θεότητα, ο Φάνης (=θεός του φωτός, που συγγενεύει με τον περσικό Μίθρα) «Πατέρας - Μητέρα», με τέσσερα μάτια και τέσσερα κεφάλια, ταύρου, λιονταριού, φιδιού, κριαριού, χρυσά φτερά και φωνή λιονταριού και κριού.  Άλλες ονομασίες του Φάνη  ήταν: Φαέθων, Μήτις, Πρωτόγονος, Έρως, Ηρικεπαίος. Η επικοινωνία με τον Φάνητα γινόταν με μαγικές τελετές και ξόρκια.

 

Επίσης, απαντάται στον Ποιμάνδρη του Ερμή του τρισμέγιστου, όπου ο πρώτος Νους και πατήρ πάντων είναι αρρενοθήλυς[50] και στον πλατωνικό μύθο των δίφυλων όντων, τον οποίον εκφράζει και ο Αριστοφάνης στο Συμπόσιο, όπου λέγεται ότι ο άνθρωπος φτιάχτηκε σε τρία διπλά γένη, διπλό αρσενικό (γέννημα του ήλιου), διπλό θηλυκό (γένημα της γης) και αρσενοθήλυκο (γέννημα της σελήνης με στοιχεία της γης και του ήλιου). Αυτά τα ολόκληρα όντα  αθέτησαν την ουράνια εξουσία και οι θεοί για τιμωρία τα διχοτόμησαν. Έτσι εκ του αρσενικού προήλθαν δύο μισά αρσενικά, εκ του θηλυκού δύο μισά θηλυκά και εκ του αρσενοθήλυκου δύο μισά ένα αρσενικό και ένα θηλυκό. Έκτοτε οι άνθρωποι μέσω του έρωτος ψάχνουν να βρουν «το έτερο τους ήμισυ»[51].

 

Επίσης, «Κατά την πρώιμη Ιουδαϊκή περίοδο (1.600 – 1.550 π.Χ) όπως μας εξιστορεί ο Φίλων, οι Ιουδαίοι λάτρευαν την θεά Ασερά. Οι τρις βασικές της μορφές ήταν : η Γιαρίχ (η Σελήνη) ως κόρη, η Σεκινά (η Γαία) ως μεγάλη μητέρα της ζωής και η Αστάρτη (ανδρόγυνος) ή Ανάτ θεά της Σοφίας αλλά και πολεμίστρια ταυτόχρονα»[52].

 

 

Ο Γνωστικισμός σήμερα                                                                                                                                                                         Οι διάφορες μορφές του Γνωστικισμού, εκτός από την επιρροή που είχαν σε όλα τα θρησκεύματα, έπαιξαν καταλυτικό ρόλο και στην διαμόρφωση αναρχικών και κομμουνιστικών πολιτικών θεωριών. Επίσης επηρέασαν την θρησκευτική επανάσταση του πολυσχισματικού Προτεσταντισμού, μέσα στο θεσμοθετημένο, αυταρχικό, αριστοτελικό Χριστιανισμό της Δύσης.

 

Παρόλο που οι Γνωστικοί διώχτηκαν για τα πιστεύω τους[53] και για την περιφρόνησή τους στην διεφθαρμένη πολιτική και θρησκευτική εξουσία, οι σπόροι των πεποιθήσεων τους παρέμειναν ζωντανοί έως και σήμερα καταγεγραμμένοι στα θρησκευτικά «σύμβολα πίστεως». Στους κόλπους δε του προοδευτικού και Φιλελεύθερου Χριστιανισμού, που αναγνωρίζουν στα Γνωστικά κείμενα σπόρους αληθείας, έχει αναπτυχθεί και η ιδέα πως η ελεύθερη βούληση δεν αποτελεί πρόσκομμα για την σωτηρία του ανθρώπου.

 

Απόψεις των Γνωστικών, ενστερνίζονται οι θεοσοφιστικές, γκουρουιστικές, νεογνωστικές, σαηεντολογικές, και λοιπές Ανατολικές οργανώσεις της Νέας χρυσής Εποχής του Υδροχόου (New age), οι Τέκτονες που θεωρούν προστάτη τους τον Πυθαγόρα και τα Γνωστικά ιδρύματα όπως της Urantia. Αυτοί είναι και οι εμπνευστές των κινηματογραφικών ταινιών Star Wars, του Matrix κ.ά. και γενικά της προπαγάνδας, περί εξωγήινων ανώτερων υπάρξεων και αστρικών κυρίαρχων υπέρ δυνάμεων, με αγαθό ή πανούργο ενδιαφέρον για τους γήινους. Τα ίδια κέντρα διαδίδουν και την καμπαλιστική θηλυκή θεότητα «Σεκινά», επιδιώκοντας την επανασύνδεση των θηλυκών θεοτήτων στο νεκρό σώμα των θρησκειών.

 

Οι ιδέες των σύγχρονων εσωτεριστών/αποκρυφιστών, έχουν μεγάλη απήχηση, σε ένα κόσμο, όπου η σκανδαλώδης και πολυαίμακτη «χριστιανική» παράδοση και ο θρησκειοποιημένος   «πολυκέφαλος Χριστιανισμός», τον ώθησε να στρέψει την πλάτη, στις ανώφελες «χριστιανικές» τυπολατρίες και στα πνευματικά αδιέξοδα της θεσμικά επιβεβλημένης φιλοσοφικής «πατερικής σκέψης» και αναζητά σε άλλες  θρησκευτικές κινήσεις τις απαντήσεις στις υπαρξιακές και μεταφυσικές του αναζητήσεις. Η μυστικιστική φιλοσοφική «Τριαδική θεότητα» σημαία της «Καθολικής Ρωμαϊκής Εκκλησίας» που εξελίχθηκε σε πνευματική παρακαταθήκη του ελληνικού πολιτισμού είναι η αιτία και όχι η λύση της κρίσης του πολιτισμού της Νεωτερικότητας.

 

 

 

 

Σημειώσεις

[12] Εκκλησιαστική Ιστορία Στεφανίδη σελ. 64

[13] Φιλοσοφούμενα, η κατά πασών αιρέσεων έλεγχος, βιβλίο V, 9 σελ. 121

[14] Φιλοσοφούμενα, η κατά πασών αιρέσεων έλεγχος. βιβλίο VII, 35 σελ. 245

[15] Ειρηναίου, έλεγχος, Βιβλίο Α, 30:13

[16] Εκκλησιαστική Ιστορία Στεφανίδη σελ. 67

 

[17] Ερμητικά κείμενα, εκδ. Παρασκήνιο, εισαγωγή  σελ. 9

[18] Gourinat Jean Batiste «Οι Στωικοί για την ψυχή», εκδ. Καρδαμίτσα, 1999  σελ. 30.

 

[19] DMITRIEVSKIJ, Opisanie 2, 547. Ε.Ι.Ε.Κ.Ν.Ε 60 Θεσμοί και Ιδεολογία στη νεοελληνική κοινωνία. Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης «ΑΦΟΡΙΣΜΟΣ. Η προσαρμογή μιας ποινής στις αναγκαιότητες της Τουρκοκρατίας».

[20] Αριστοτέλης: Περί ψυχής, 413a4-6

[12] Βικιπαίδεια

[22] Κατελής Βίγκλας «Χαλδαϊκή και Νεοπλατωνική θεολογία»

[23 ] Ιάμβλιχος «περί Αιγυπτίων Μυστηρίων» VIII, 2 

[24] Β. Κάλφα και Γ. Ζωγραφίδη «Αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι» (7.9. Η μετοχή και η μίμηση) 


[25] Στο έργο του Ωριγένους διασώζεται ο εξής γνωστικός ύμνος: «Από σου πατήρ και δια σε μήτηρ, τα δύο αθάνατα ονόματα, αιώνων γονείς, πολίτα ουρανού, μεγαλώνυμε άνθρωπε». Διαιρούσιν δε αυτόν, ως Γηρυόνην, τριχή. «Φιλοσοφούμενα, η, κατά πασών αιρέσεων έλεγχος βιβλίο Ε.7 σελ. 95»

 

Στα γνωστικά διαρχικά συστήματα η θεότητα και η ανθρωπότητα στην αρχέτυπη μορφή τους παρουσιάζονται με δύο φύσεις άρρεν και θήλυ οι οποίες αποχωρίστηκαν, για αυτό υπάρχουν άνδρες και γυναίκες και η ένωσή τους  -ενοφυλία ή αφυλία -  είναι το επιζητούμενο. Για περισσότερα βλέπε: «Ενοφυλία το ιδεώδες των γνωστικών» του Παναγιώτη Χρήστου.

Την ιδέα της αρρενοθηλείας  -δύο φύσεις ενωμένες σε μία οντότητα-  την συναντάμε στην λατρεία της θεάς Κυβέλης και του Άττη και στους Πυθαγόρειους  Στην ελληνική μυθολογία ο Ερμαφρόδιτος ήταν γιος του Ερμή και της Αφροδίτης και πήρε το όνομά του από τα ονόματα των γονιών του.

[26] http://erevoktonos.blogspot.com/2018_01_25_archive.html

[27] Ιουστίνου Απολ. Α΄32, 10

[28] Στον αρχαίο κόσμο ήταν διαδεδομένη η θεωρεία της «αποκάθαρσις από των κακών», δια της εκπύρωσης και η αποκατάσταση των στοιχείων στην αρχική τους μορφή. Οι Στωικοί, αναπαράγοντας τον Ηράκλειτο, δεχόντουσαν «ότι ο κόσμος είναι φθαρτός, καταστρεφόμενος δια της εκπυρώσεως και αναγεννώμενος πάλιν εκ νέου. Η ιστορία του κόσμου άρα είναι αλληλοδιαδοχή κόσμων φθειρομένων και αναγεννωμένων. Η καταστροφή εκάστου περιοδικώς εμφανιζομένου κόσμου συντελείται δι΄ εκπυρώσεως, ήτις είναι μετατροπή συμπάντων των εν τω κόσμω όντων εις πυρ, «εις πύρ ανάλυσις των όντων». «Την τοιαύτην εκ νέου δημιουργίαν καλούν οι Στωικοί «παλιγγενεσίαν» και «αποκατάστασιν». Δια ταύτης επέρχεται εκ νέου η «διακόσμησις» …….. Η μεθ΄’ εκάστην εκπύρωσιν εμφανιζομένη διακόσμησις είναι αιωνίως η αυτή». (Κ.Δ. Γεωργούλης, Ιστορία της Ελληνικής φιλοσοφίας. Εκδ. Παπαδήμα Αθήναι 1994 σελ. 380-381)

[29] Κατελής Βίγκλας «Χαλδαϊκή και Νεοπλατωνική θεολογία» https://www.researchgate.net

 

[3ο] Ιωάννης Καραβιδόπουλος «Ο Ιούδας της ιστορίας και ο Ιούδας των αποκρύφων κειμένων» http://www.discussion.gr/themata/judas/karavidopoulos.html

[31] Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου «Ελλήνων μύθοι. Η Γαία και ο Ουρανός» https://www.larissanet.gr/2017/08/09/i-gaia-kai-o-ouranos/

[32] Παναγιώτης  Χρήστου «Ενοφυλία το ιδεώδες των Γνωστικών» www.apostoliki-diakonia.gr 

[33] Ερμή του Τρισμέγιστου «Ερμητικά κείμενα» ISBN: 960-7107-01-2 εκδ. Παρασκήνιο. (Εισαγωγικά για τον πρώτο λόγο σελ. 15)

[34]  Κατά τον μύθο η Ιώ πέρασε από το ένα πέλαγος και σε ανάμνηση της το ονόμασαν Ιόνιο πέλαγος.

[35]  Η ένωση των δύο φύσεων του Ιησού Χριστού σε μία υπόσταση, αποδέχεται ήπιο Αρειανισμό. Κατά τον Άρειο, ο οποίος πίστευε σε ιεραρχική τριάδα, που σχηματίστηκε σταδιακά και όχι αιώνια, «ο κτιστός Υιός του Θεού προσέλαβε ως Χριστός «εν χρόνω», όχι όλη την ανθρώπινη φύση του, αλλά μόνο ανθρώπινο (Χοϊκό) σώμα  χωρίς ψυχή, αφού τη θέση της ψυχής την κατέβαλε ο κτιστός λόγος  (συγγενής πίστη με αυτή των Απολιναριστών)». Πηγή 

 

[36] Ο Βισνού είναι η τρίτη μορφή της ανώτατης τριαδικής θεϊκής εκδήλωσης του ινδουισμού, Τριμούρτι, όπου ο Βράχμα είναι ο δημιουργός, ο Βισνού είναι ο διατηρητής  /προστάτης και ο Σίβα είναι ο καταστροφέας ή ο μετασχηματιστής, που είναι όρος γνωστικός.


[37] Ζαν Ντορές «Τα απόκρυφα κείμενα των γνωστικών της Αιγύπτου» σελ. 269

 

[38] Κλάδος του Ισλάμ, με δεύτερο κλάδο τους Σουνίτες, που δέχονται τον Αλή, τον γαμπρό και ξάδελφο του Μωάμεθ για ηγέτη  -Χαλίφη κατά την παράδοσηαντίθετα  με τους Σουνίτες που δέχονται τον Αμπού Μπακρ, ως πρώτο διάδοχο του Μωάμεθ.

[39] Ιουδαϊκοί πόλεμοι, βιβλίο. Β΄, VIII, 14

[40] Σπύρος Ράγκος «Γνωστικισμός και Πλάτων» http://n1.intelibility.com/ime/lyceum/?p=lemma&id=350&lang=1

[41] Μιχάλης Μπατής «Η Τριαδικότητα του Θείου κατά τον Πυθαγόρα» https://intownpost.com/

[42] Αριστοτέλους, Περί Ουρανού, 286 α, 10-16 «Θρησκευτική πρακτική στον Αριστοτέλη» www.fourakis.gr


[43] Έγγραφα 10 και 104, «Η Αγία Τριάδα του Παραδείσου» και «Προέλευση της σκέψης για την τριάδα», από το βιβλίο «Ουράντια» του ιδρύματος Ουράντια στο Σικάγο του Ιλινόις. https://www.urantia.org/el/vivlio-tis-oyrantia/eggrafo-104-proeleysi-tis-skepsis-gia-tin-triada

[44] https://hellenictheology.gr/kronos-nous-dias-kosmiki-psychi/

[45] www.agniyogahellas.gr

[46] Μιχάλης Μπατής ««Η Τριαδική Υπόσταση του Θείου- Η Αέναη Πάλη Θήλεως και Άρρενος» (Μέρος Β΄www.intownpost.com

[47] Μιχάλης Μπατής «Ελληνιστική εποχή και Χριστιανισμός» www.intownpost.com

 [48] Ο Ιησούς απαντώντας σε ερώτηση μαθητού, απαντά ότι η βασιλεία θα έλθει «όταν τα δύο εν και το έξω ως το έσω, και το άρρεν μετά της θηλείας, ούτε άρρεν ούτε θήλυ». (Β΄ Κλήμεντος  12:26)

 [49] «Πρ μις ον το θηριομαχεν μς, βλέπω ραμα τοιοτον. Πομπόνιος διάκονος, φησίν, λθεν πρς τν θύραν τς φυλακς κα κρουσεν σφόδρα …. κα λέγει μοι· Σ περιμένω, λθέ. κα κράτησεν τς χεράς μου, κα πορεύθημεν δι τραχέων κα σκολιν τόπων· κα μόλις παρεγενόμεθα ες τ μφιθέατρον· κα εσήγαγέν με ες τ μέσον κα λέγει μοι· Μ φοβήθς· νθάδε εμ μετ σο, συγκάμνων σοι· κα πλθεν. κα δο βλέπω πλεστον χλον ποβλέποντα τ θεωρί σφόδρα· κγ τις εδον πρς θηρία με καταδικασθεσαν θαύμαζον τι οκ βαλλόν μοι ατά. κα λθεν πρός με Αγύπτιός τις μορφος τ σχήματι μετ τν πουργούντων ατ μαχησόμενός μοι. κα ρχεται πρός με νεανίας τις εμορφώτατος τ κάλλει ξαστράπτων, κα τεροι μετ᾿ ατο νεανίαι ραοι, πηρέται τε σπουδαστα μοί. κα ξεδύθην κα γενήθην ρρην». (Μαρτύριο Περπέτουας 10)

 [50] «Ο Νους-Θεός που είναι σερνικο-θήλυκος, ζωή και φως μαζί γέννησε με ένα λόγο, άλλον δημιουργό Νουν, ο οποίος είναι θεός της φωτιάς (πυρός) και του πνεύματος και ο ενιαίος δημιουργός επτά διοικητών που περιέχουν σε κύκλους τον αισθητό κόσμο και η διοίκησή τους καλείται Ειμαρμένη». (Ερμητικός λόγος Α΄ 9, Ποιμάνδρης)

 [51] Κωνσταντίνος Σαπαρδάνης «Η ομοφυλία στον πλατωνικό μύθο»  eranistis.net

 [52] Μιχάλης Μπατής «Η Τριαδική Υπόσταση του Θείου- Η Αέναη Πάλη Θήλεως και Άρρενος ως Κεντρικό Πρόσωπο της Τριαδικότητας στην Αρχαία Ελλάδα και τον Κόσμο» (Μέρος Α΄) www.intownpost.com

 [53] Οι αρχικοί θηρευτές αιρέσεων της χριστιανικής Εκκλησίας (Ειρηναίος, Ιππόλυτος, Επιφάνιος κλπ.) θεωρούσαν τον Γνωστικισμό μια επάρατη χριστιανική αίρεση και έγραψαν δεκάδες τόμους πολεμικής ρητορικής εναντίον του. Οι Έλληνες φιλόσοφοι από την άλλη ήταν διχασμένοι όσον αφορά τον Γνωστικισμό. Για παράδειγμα, ο Πλωτίνος στο βιβλίο του «Προς Γνωστικούς» θα πολεμήσει τις αντιλήψεις τους και γενικά τη θεοσοφία των Γνωστικών, που τη θεωρεί διαστροφή τής πλατωνικής διδασκαλίας. Άλλοι Νεοπλατωνιστές όμως, όπως ο Πορφύριος και ο Ιουλιανός, ευθυγραμμίζονται με τους Γνωστικούς στην πολεμική τους κατά των Χριστιανών και ιδιαίτερα στην απόκρουση της ιδέας ότι ο υπέρτατος Θεός μπορεί να είναι ο ίδιος δημιουργός του υλικού κόσμου. Πηγή: Βικιπαίδεια: Γνωστικισμός

 

                                                                                 ===================


Βιβλική και Πλατωνική Ανθρωπογνωσία, Δυο Διαφορετικοί Δρόμοι Θεωρήσεως

αναρτήθηκε στις 21 Φεβ 2020, 12:30 μ.μ. από το χρήστη Βασίλειος Ζαφείρογλου


 Συγγραφή:  Μιχάλης Μπατής  (Σεπτέμβριος 29, 2018)

Από: https://intownpost.com  


 

 

«D’où venons–nous; Que sommes–nous; Où allons-nous;», δηλαδή: «Από πού ερχόμαστε; Τι είμαστε; Πού πάμε;» Τρία θεμελιώδη ερωτήματα με τα οποία τιτλοφόρησε έναν φημισμένο πίνακά του ο Πολ Γκογκέν, κρατώντας έτσι ζωντανές μέχρι σήμερα τις προσωπικές του υπαρξιακές ανησυχίες. Φυσικά, ο Γκογκέν δεν ήταν ούτε ο πρώτος ούτε το τελευταίος που τον απασχόλησαν τα εν λόγω ερωτήματα. Απεναντίας, εδώ και χιλιετίες αυτά απασχολούν τη διάνοια κάθε σκεπτόμενου ανθρώπου. Σε αυτά, λοιπόν, τα πανανθρώπινα ερωτήματα η Βίβλος και ο Πλάτων έδωσαν τις δικές τους απαντήσεις, υποδεικνύοντας όμως δύο πολύ διαφορετικούς δρόμους για την προέλευση, την ουσία και τον προορισμό της ανθρώπινης ζωής.


Paul Gauguin


Κατά τη Βίβλο, ο άνθρωπος είναι χωματένιος, γήινος(1), φτιάχτηκε για να φροντίζει τη γη(2) και να ζει σε αυτήν(3), καθώς αυτή είναι το φυσικό σπίτι του(4). Ο δε σωματικός θάνατος είναι εχθρός του ανθρώπου (5), είναι αποτέλεσμα της αμαρτίας(6) , του αποχωρισμού του από την πηγή της ζωής(7), που είναι ο Θεός, ενώ η λύτρωση του ανθρώπου, η αιώνια ζωή, θα έρθει μέσω της επανασύνδεσής του με τον Θεό διά του αίματος του Χριστού(8), ο οποίος θα κάνει ανάσταση νεκρών(9) και μάλιστα θα χαρίσει αθανασία σε ορισμένους υπό κάποιες προϋποθέσεις(10).

Κατά τον Πλάτωνα, ο πραγματικός άνθρωπος είναι η άυλη ψυχή(11), η οποία εκ φύσεως διαθέτει αθανασία. Αυτή προϋπήρχε σε μια ουράνια κατάσταση, αλλά λόγω κάποιων «οφειλών» εγκλωβίστηκε στο σώμα, το οποίο αποκαλείται «τάφος» (σήμα) και «φυλακή» (δεσμωτήριον) της ψυχής(12). Επομένως, ο θάνατος του σώματος είναι φίλος του ανθρώπου γιατί επιτρέπει στην ψυχή να ελευθερωθεί και να επιστρέψει τελικά στην ουράνια κατάστασή της(13) . Ωστόσο, όσων οι ψυχές εντρύφησαν στις ηδονές του σώματος, αυτές θα υποστούν επιπλέον ενσαρκώσεις (14) και, αν μάλιστα κριθούν αθεράπευτες, θα βασανίζονται αιώνια στον Τάρταρο.

 Όταν κανείς αντιλαμβάνεται το αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ της βιβλικής και της πλατωνικής ανθρωπολογίας, δεν μπορεί παρά να απορεί για το γεγονός ότι πολλοί στοχαστές, φιλόσοφοι και θεολόγοι έχουν συσχετίσει και συνδυάσει τούτες τις δύο ανθρωπογνωσίες σαν να επρόκειτο για απόψεις συγγενικών έργων.

Επί παραδείγματι, ο Φίλων οΑλεξανδρεύς, Ιουδαίος φιλόσοφος που ήταν σύγχρονος του Χριστού, πίστευε ότι ο Πλάτων αναπαρήγαγε ιδέες τις οποίες είχε πάρει από το βιβλικό βιβλίο της Γένεσης. Κατά την αλληγορική (16) ερμηνεία του Φίλωνος, ο Παράδεισος βρίσκεται στον ουρανό, αλλά η αμαρτία είχε ως αποτέλεσμα τη φυλάκιση της ψυχής στο σάρκινο σώμα. Η πτώση της ψυχής από την ουράνια μακαριότητα μέσα στο σώμα θεωρούσε ότι συμβολίζεται από τους δερμάτινους χιτώνες που έδωσε ο Θεός στον Αδάμ και στην Εύα να φορέσουν κατά την έξωσή τους από τον Κήπο.

Μολονότι οι μεταγενέστερες Χριστιανικές Γραφές, ή αλλιώς «Καινή Διαθήκη», πουθενά δεν μνημονεύουν τον Φίλωνα, ούτε και χρησιμοποιούν τη φιλοσοφία στην ανάλυση και την παρουσίαση του Ευαγγελίου (ενώ αντιθέτως η Καινή Διαθήκη συνεχίζει τη σκέψη της Παλαιάς ανεπηρέαστα από τις εξελίξεις στον εξελληνισμένο Ιουδαϊσμό), αυτός έγινε εξαιρετικά δημοφιλής στους Χριστιανούς φιλοσόφους του 2ου αιώνα και επηρέασε δραστικά τις απόψεις τους σε βασικά θέματα, ώστε να θεωρείται σήμερα ως ο «πρώτος εκ των Πατέρων της Εκκλησίας». Το αποτέλεσμα ήταν οι Χριστιανοί θαυμαστές του να υιοθετήσουν την άποψη περί της δήθεν συγγένειας Πλάτωνος και Βίβλου, ώστε «όλοι οι Απολογητές και μετά απ’ αυτούς το σύνολο περίπου της χριστιανικής λόγιας παράδοσης δέχεται, ότι οι Έλληνες φιλόσοφοι  γνώριζαν τη θρησκεία της Π. Διαθήκης είτε εξ απευθείας ανάγνωσης της Πεντατεύχου είτε μέσω της Αιγύπτου». Μερικοί μάλιστα έφτασαν σε πιο ακραίες αντιλήψεις. Για παράδειγμα, «ο Ιππόλυτος από το δεύτερο αιώνα απέδωκε τις Πλατωνικές ιδέες στο Πνεύμα του Θεού», ενώ ο Ιουστίνος ο Μάρτυς, ο πρώτος Χριστιανός φιλόσοφος , υποστήριζε πως ο σπερματικός Λόγος του Θεού είχε φωτίσει τους Έλληνες φιλοσόφους .

 

Τα αίτια της σύγχυσης

Για ποιον λόγο αυτοί οι μορφωμένοι απολογητές του Ιουδαϊσμού και του Χριστιανισμού ασπάστηκαν τούτες τις εσφαλμένες θέσεις; Οι Ιουδαίοι και οι Χριστιανοί αντιμετώπιζαν την περιφρόνηση ενός ελληνορωμαϊκού κόσμου που ήταν βουτηγμένος στην ειδωλολατρία και τον ηδονισμό. Από την άλλη μεριά, η ελληνική φιλοσοφία, και ειδικότερα ο Πλατωνισμός, φαινόταν να συμφωνεί με τη Βίβλο ως προς τον μονοθεϊσμό και την έμφαση στις υψηλές πνευματικές αξίες και γι’ αυτό χρησιμοποιήθηκε ως ισχυρός σύμμαχός τους. Επιπλέον, στο μέρος όπου διαμορφώθηκε ο πυρήνας της παραδοσιακής χριστιανικής θεολογίας, δηλαδή η πολυπολιτισμική Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, ο Γνωστικισμός αποτελούσε ισχυρή επιρροή, εφαρμόζοντας έναν ξέφρενο συγκρητισμό μεταξύ Βίβλου, Πλατωνισμού και ανατολικών θρησκειών, που περιλάμβανε την ιδέα της αθανασίας της ψυχής και της υποτίμησης του σώματος. Και παρά την ανοιχτή αντιπαράθεση των χριστιανών πρεσβυτέρων και απολογητών με τους Γνωστικούς, για πολλούς τα όρια μεταξύ Γνωστικισμού και Χριστιανισμού ήταν ασαφή. Παραδείγματος χάριν, η ψευδοκλημέντεια Β προς Κορινθίους επιστολή, ένα από τα πρώτα έργα όπου γίνεται νύξη στη διπλή σύσταση του ανθρώπου από ψυχή και σώμα, φαίνεται να θεωρεί αυθεντία το γνωστικό Κατ’ Αιγυπτίους Ευαγγέλιο ή Ευαγγέλιο του Θωμά.

Παράλληλα, τα ελληνικά διανοητικά επιτεύγματα γοήτευαν Ιουδαίους και Χριστιανούς σε τέτοιον βαθμό, ώστε να θέλουν να παρουσιάσουν τη βιβλική θρησκεία ως φιλοσοφικό σύστημα. Ως αποτέλεσμα, επιδίωκαν την «ορθολογιστική εξήγηση των Γραφών» και επιδίδονταν στη «συστηματική απόπειρα της εναρμονίσεως της Χριστιανικής Πίστεως με τα ελεύθερα συμπεράσματα της ανθρώπινης διανοήσεως. Όπως σήμερα πολλοί θεολόγοι πασχίζουν να εναρμονίσουν την ευρέως αποδεκτή θεωρία της εξέλιξης με τη βιβλική Δημιουργία, παρόμοια και τότε Ιουδαίοι και Χριστιανοί αναμίγνυαν τη βιβλική ανθρωπολογία με την ελληνική, που ήθελε τη μυστηριώδη δύναμη της ψυχής να κυβερνά το σώμα. Μάλιστα, μέσω της δοξασίας πλατωνικής ψυχής οι Πατέρες της Εκκλησίας μπορούσαν να εξηγήσουν «επιστημονικά» το πώς οι ανεστημένοι διατηρούν την ίδια προσωπικότητα και μνήμη που είχαν πριν τον σωματικό τους θάνατο. (Το δε ιλαροτραγικό τούτης της ιστορίας είναι ότι, ενώ οι αρχαιοελληνικές απόψεις περί ψυχής έχουν διαψευστεί από τη σύγχρονη επιστήμη, καθότι πλέον έδρα της προσωπικότητας θεωρείται τεκμηριωμένα ο υλικός εγκέφαλος και όχι κάποια άυλη ουσία, τα δόγματα που επηρεάστηκαν από εκείνες τις απόψεις συνεχίζουν να διδάσκονται και να είναι αποδεκτά από εκατομμύρια ανθρώπους που έχουν την ψευδαίσθηση ότι, διατηρώντας τα, προσκολλώνται στη Βίβλο.)

Φυσικά, όπως αναφέρεται στο λήμμα «Πλάτων και Πλατωνισμός» της Πάπυρος – Λαρούς  – Μπριτάνικα, το αφύσικο πάντρεμα Βίβλου και Πλατωνισμού βασίστηκε στη διαστρέβλωση και των δύο, στην «αντι-ιστορική προσέγγιση και στις απλοϊκές μεθόδους ερμηνείας των κειμένων, τόσο των ειδολολατρικών όσο και των χριστιανικών». Αμέσως μετά, το λήμμα αναφέρεται συγκεκριμένα στη χριστιανική δοξασία της αθανασίας της ψυχής ως καρπό τούτης της διαστρέβλωσης.

Αναμφίβολα, μεγάλο τόπο για αυτή τη διαστρέβλωση έδωσε η διασπορά και ο εξελληνισμός των Ιουδαίων, οι οποίοι είχαν χάσει την επαφή τους με τη γλώσσα των Εβραϊκών Γραφών και είχαν επηρεαστεί από τον πλατωνισμό, αλλά και η σταδιακή απομάκρυνση των Χριστιανών από τις εβραϊκές-παλαιοδιαθηκικές ρίζες του Ευαγγελίου με την ελάττωση του αρχικού εβραϊκού πυρήνα της χριστιανικής εκκλησίας, που φυσικά περιλάμβανε και τους ίδιους τους αποστόλους. Πολλοί, επομένως, αδυνατούσαν να κατανοήσουν σε επαρκή βαθμό τις εβραϊκές σημασίες που έφεραν οι ελληνικές λέξεις τόσο της Μετάφρασης των Εβδομήκοντα όσο και των Χριστιανικών Γραφών, όπως «ψυχή», «πνεύμα», «σάρκα», τις οποίες και κατανοούσαν με ελληνιστικό τρόπο. Όπως λέει η Νέα Καθολική Εγκυκλοπαίδεια για τους Πατέρες της Εκκλησίας που διαμόρφωσαν το περί ψυχής δόγμα, «συχνά, φαίνεται ότι διαβάζουν τις Γραφές με ελληνικές διάνοιες, ερμηνεύουν ορισμένες σημιτικές εκφράσεις σύμφωνα με το δικό τους υπόβαθρο».—I.C. Brady, «Human Soul», New Catholic Encyclopedia, Gale Thomson, 2003, τόμ. 13, σελ. 342.

Θα ήταν παράληψή μας, όμως, αν περιοριζόμασταν απλώς στην επίδραση της διανόησης και της φιλοσοφίας. Η ελκυστική και ευφυής θεωρία του Πλατωνισμού ήταν η μία πλευρά του νομίσματος. Η άλλη ήταν η μυστικιστική πρακτική του. Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι ο πλατωνισμός εξ’ αρχής και επί πολλούς αιώνες τροφοδοτούνταν από τη μυστικιστική ομάδα των Πυθαγορείων. Όταν το λαμβάνουμε αυτό υπόψη, δεν παραξενευόμαστε για το ό,τι η μαιευτική του Σωκράτη, του δασκάλου του Πλάτωνος,  αποτελούσε προσπάθεια ανάκλησης των γνώσεων που η ψυχή κατείχε πριν ενσαρκωθεί, ενώ ο ίδιος ο Σωκράτης αναφερόταν στο «δαιμόνιο» που τον ενέπνεε.

Τα θρησκευτικά στοιχεία που εξαρχής έφερε μέσα του ο Πλατωνισμός ισχυροποιήθηκαν στο διάβα των ετών, και έτσι ο Μέσος Πλατωνισμός και ο Νεοπλατωνισμός απέκτησαν έντονο θρησκευτικό και μυστικιστικό χαρακτήρα. Για την υπερφυσική εμπειρία της θεϊκής γνώσης που αποκτά η ψυχή μιλούν οι ύστεροι πλατωνιστές, όπως ο Φίλων, ο Πλούταρχος, ο Πλωτίνος, καθώς και οι Χριστιανοί ασκητές της ερήμου, ο Αυγουστίνος ο Ψευδο-Διονύσιος και άλλοι. Από την άλλη μεριά, ο Τερτυλλιανός, που εξέφραζε απερίφραστα την αποστροφή του για τους Χριστιανούς Πλατωνιστές των ημερών του, βάσιζε τις απόψεις του περί ψυχής στις υπερφυσικές εμπειρίες των Μοντανιστών.


Πλατωνισμός στον χριστιανισμό – κατά το μάλλον ή ήττον 

Θα μπορούσε ίσως να θεωρηθεί ότι αποκορύφωμα της επιρροής του Πλατωνισμού στους Χριστιανούς θεολόγους ήταν η περίπτωση του Ωριγένη, ο οποίος έφτασε στο σημείο να υποστηρίζει ότι η ψυχή προϋπάρχει του σώματος και φυλακίζεται σε αυτό, ότι η ψυχή εξαγνίζεται  μέσω του καθαρτηρίου πυρός και ότι οι ψυχές ορισμένων θα υποστούν μετενσαρκώσεις. Μολονότι αυτές οι απόψεις ήταν παντελώς αντίθετες με τις Γραφές, το κλίμα της σύγχυσης και του δογματικού φιλελευθερισμού εκείνης της εποχής επέτρεψε στον Ωριγένη να απολαμβάνει τη φήμη του μεγαλύτερου θεολόγου και να τιμάται από ηγετικές φυσιογνωμίες της Ορθόδοξης θεολογίας. Όπως λέει ο ακαδημαϊκός Κωνσταντίνος Σκουτέρης: «Ο Ωριγένης έδωσε νέα ώθηση στη διαμόρφωση και στη διατύπωση της χριστιανικής διδασκαλίας. Αυτό φαίνεται από την επίδραση που είχε το έργο του σε μεταγενέστερους πατέρες και εκκλησιαστικούς συγγραφείς. Δεν θα ήταν υπερβολή αν σημείωνε κανείς ότι με τον Ωριγένη ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο στη θεολογία. Ο Ωριγένης, περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο εκκλησιαστικό συγγραφέα των πρώτων χριστιανικών χρόνων, άφησε έντονα ίχνη στη θεολογία της Ανατολικής Εκκλησίας, τα οποία σε μεγάλο βαθμό αξιοποιήθηκαν από μεταγενέστερους θεολόγους, κυρίως από τον Αθανάσιο και τους Καππαδόκες. Είναι, κατά συνέπεια, πρόδηλο ότι η συμβολή του Ωριγένη στη διαμόρφωση και στην ιστορική εξέλιξη του δόγματος υπήρξε αν όχι καθοριστική, οπωσδήποτε σημαντική».

Ναι, ο Ωριγένης «άσκησε τεράστια επίδραση στη θεολογική σκέψη της Εκκλησίας και εντελώς ξεχωριστά στην ερμηνεία των Αγίων Γραφών», επισημαίνει ο καθηγητής θεολογίας Σάββας Αγουρίδης. Και μολονότι αργότερα αφορίστηκε και οι απόψεις του περί προΰπαρξης των ψυχών και καθαρτηρίου πυρός καταδικάστηκαν επισήμως, αυτό δεν έγινε παρά τριακόσια χρόνια αργότερα, με τις αποφάσεις της Ε΄ Οικουμενικής Συνόδου το 553.

Μήπως η εν λόγω Σύνοδος απάλλαξε τη χριστιανική δογματική από κάθε στοιχείο του Πλατωνισμού; Ελάχιστοι επιστήμονες θα το έλεγαν αυτό. Η πλατωνική επίδραση του Ωριγένη ήταν καταλυτική στην Ανατολή, όπως υπήρξε και του νεοπλατωνίζοντα Αυγουστίνου στη Δύση, και θα ήμασταν αστείοι αν λέγαμε ότι αυτή περιοριζόταν στην προΰπαρξη των ψυχών και στη μετενσάρκωση, θέσεις εξαιρετικά ακραίες και εμφανέστατα αντιβιβλικές.

Όπως θα δούμε σε μελλοντικό άρθρο, πλατωνικές απόψεις που αφορούν στη φύση της ψυχής, όπως περί άυλου και αθανασίας, και στην υποτίμηση του σάρκινου σώματος έγιναν αναπόσπαστο μέρος του παραδοσιακού Χριστιανισμού. Γι’ αυτό και λέει η Νέα Καθολική Εγκυκλοπαίδεια: «Η χριστιανική αντίληψη περί μιας πνευματικής ψυχής, δημιουργημένης από τον Θεό και εμφυσημένης στο σώμα κατά τη σύλληψη, προκειμένου ο άνθρωπος να γίνει ζωντανή ολότητα, αποτελεί καρπό μιας μακράς εξέλιξης στη χριστιανική φιλοσοφία. Μόνο με τον Ωριγένη στην Ανατολή και τον Άγιο Αυγουστίνο στη Δύση, η ψυχή καθιερώθηκε ως μια πνευματική ουσία και διαμορφώθηκε μια φιλοσοφική αντίληψη σχετικά με τη φύση της».

Επομένως δεν πρέπει να μας προξενεί έκπληξη που ο Μητροπολίτης Περγάμου και ακαδημαϊκός Ιωάννης Ζηζιούλας, αν και τονίζει τη μη ταύτιση πλατωνικής και Ορθόδοξης άποψης, παραδέχεται ότι καθαυτό το δόγμα της αθανασίας της ψυχής «δεν είναι χριστιανικής προελεύσεως» αλλά αποτελεί «πλατωνική ιδέα» που υιοθέτησε η Ορθόδοξη Εκκλησία . Τη συγκεκριμένη άποψη του Ζηζιούλα αποδέχεται και σε δικό του βιβλίο ο Μητροπολίτης Ναυπακτίας και Αγίου Βλασίου Ιερόθεος Βλάχος (470. Επίσης, η Εγκυκλοπαίδεια της θρησκείας αναφέρει πιο συγκεκριμένα: «Ο Γρηγόριος Νύσσης (περ. 330–περ. 395), ο Νεμέσιος (που ήταν επίσκοπος Εμέσης προς το τέλος του 4ου αιώνα) και ο Έλληνας θεολόγος Μάξιμος ο Ομολογητής (περ. 580-662) ερμήνευσαν τις βιβλικές απόψεις περί ψυχής ακολουθώντας την πλατωνική γραμμή και εν γένει την παράδοση του Ωριγένη και της σχολής του» .

 Ένα βιβλίο της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος γράφει για τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο: «Ο πατήρ, συνδυάζοντας την ιουδαϊκή με την αρχαιοελληνική (πλατωνική) έννοια της ψυχής, κάποιες φορές ερμηνεύει ακόμα και την ιουδαϊκή έννοια της ψυχής πλατωνικά, ως το πνευματικό δηλαδή εκείνο συστατικό του ανθρώπου . Η ψυχή τότε εκλαμβάνεται ως η έδρα της νόησης, των συναισθημάτων  και της ολόκαρδης αφοσίωσης». Ήδη, όμως, το 1906 η Ιουδαϊκή Εγκυκλοπαίδεια απέρριπτε την ιδέα ότι στις Εβραϊκές Γραφές διδάσκεται η αθανασία της ψυχής και έλεγε χωρίς περιστροφές: «Η πεποίθηση ότι η ψυχή συνεχίζει την ύπαρξή της μετά τη διάλυση του σώματος πουθενά δεν διδάσκεται ρητά στην Αγία Γραφή.  Η πίστη στην αθανασία της ψυχής έφτασε στους Ιουδαίους από την επαφή τους με την ελληνική σκέψη και κυρίως μέσω της φιλοσοφίας του Πλάτωνα, του βασικού εκφραστή της».

Όπως επηρεάστηκαν οι Ιουδαίοι φιλόσοφοι, έτσι επηρεάστηκαν και οι Χριστιανοί φιλόσοφοι. Ένα εγχειρίδιο του πανεπιστημίου της Οξφόρδης αναφέρει: «Τα χριστιανικά δόγματα έχουν δύο πηγές. Η πρώτη είναι ο Ιουδαϊσμός της εποχής του δεύτερου Ναού, ο οποίος παρείχε την ιδέα της ανάστασης του σώματος. (Η Καινή Διαθήκη καταγράφει το ότι οι Φαρισαίοι πίστευαν σε σωματικές αναστάσεις, αλλά ότι οι Σαδδουκαίοι δεν πίστευαν στη μετά θάνατον ζωή. Ο Ιησούς υπερθεμάτισε το πρώτο, το οποίο και εδραιώθηκε ως χριστιανικό δόγμα με τη δική του σωματική ανάσταση.) Η δεύτερη πηγή ήταν η ελληνική φιλοσοφία, που παρείχε την ιδέα της αθανασίας της ψυχής» (Cullman 1973).

Η Εγκυκλοπαίδεια Μπριτάνικα συμφωνεί: «Οι αρχαίοι Χριστιανοί φιλόσοφοι υιοθέτησαν την ελληνική αντίληψη περί της αθανασίας της ψυχής και θεώρησαν την ψυχή ως δημιούργημα του Θεού που εμφυσείται στο σώμα κατά τη σύλληψη». Το ίδιο κάνει και η Εγκυκλοπαίδεια της Φιλοσοφίας εκδόσεων Ρούτλετζ: «Η χριστιανική θεολογία, πιστεύοντας στη μετά θάνατον ζωή, το βρήκε φυσικό να υιοθετήσει την αντίληψη του Πλάτωνος περί της ψυχής» (530). Η Εγκυκλοπαίδεια Ενκάρτα παρατηρεί: «Το χριστιανικό δόγμα περί ψυχής έχει δεχθεί ισχυρή επιρροή από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη»  Ο Γιαρουσλάβ Πέλικαν, ένας από τους πλέον αναγνωρισμένους ειδικούς επί του θέματος, αφού παρουσιάζει τις ομοιότητες του Περί ψυχής και αναστάσεως του Γρηγορίου Νύσσης με τον Φαίδωνα του Πλάτωνος, καταλήγει: «Η ιδέα της αθάνατης και λογικής ψυχής είναι μέρος της ελληνικής κληρονομιάς στο χριστιανικό δόγμα». Και ο ευσεβής Ορθόδοξος φιλόλογος και θεολόγος Δρ. Γεώργιος Φουντουλάκης παραδέχεται σε μια συνοπτική πραγματεία του περί της ψυχής: «Οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι και μάλιστα ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης είπαν πολλά για την αθανασία της ψυχής. Και με τις φιλοσοφικές θεωρίες τους επηρέασαν τους Πατέρες της Εκκλησίας, αλλά και τους μεταγενέστερους φιλόσοφους και θεολόγους Η φιλοσοφία του Πλάτωνα και του Πλωτίνου επηρέασε πιο πολύ τη Βυζαντινή Φιλοσοφία και Θεολογία, καθώς και όλη τη σκέψη της Ορθοδόξου Εκκλησίας .

Συμπερασματικά η πλειονότητα των ακαδημαϊκών αναγνωρίζει την παραμόρφωση της βιβλικής ανθρωπολογίας από τις ισχυρές πλατωνικές απόψεις. Και ήδη από τον 19ο αιώνα είχαν τεθεί οι επιστημονικές βάσεις για να διαχωριστούν οι γνήσιες βιβλικές από τις πλατωνικές και όποιες άλλες ελληνικές θέσεις, και αυτός ο διαχωρισμός έχει πλέον πολλά τεκμήρια στη διάθεσή του και έχει προχωρήσει σε μεγάλο βάθος.

Βέβαια, ακόμη και πριν από τη συστηματική βοήθεια της επιστήμης των βιβλικών γλωσσών και της θρησκειολογίας, υπήρξαν άνθρωποι που είχαν αντιληφθεί πως ορισμένες παραδοσιακές δοξασίες για την ψυχή και τη μετά θάνατον ζωή δεν μπορούσαν να στηριχθούν πραγματικά στη Βίβλο. Ονομαστά παραδείγματα τέτοιων ανθρώπων είναι ο Τζόν Μίλτον (1608-1674), ο Χένρι Ντοντγουελ (1641-1711) και ο Χένρι Γκρού (1781-1862). Αυτό κυρίως ήταν αποτέλεσμα της συνειδητοποίησης ότι το δόγμα της αθανασίας της ψυχής συγκρούεται μετωπικά με τη σαφή βιβλική διδασκαλία ότι η αιώνια ζωή είναι δώρο Θεού μέσω της θυσίας και της ανάστασης του Χριστού.

Ωστόσο, η συστηματική μελέτη των βιβλικών γλωσσών και της ιστορίας της θρησκείας μάς παρέχει κάποια εργαλεία ώστε να ορίσουμε με μεγαλύτερη ακρίβεια τη βιβλική ανθρωπολογία, την ελληνική ή, ειδικότερα την πλατωνική, και να εξακριβώσουμε τα σημεία και τον τρόπο με τον οποίο υπήρξε επίδραση από τη μία στην άλλη.

 


 

Παραπομπές

  1. Γένεση 2:7.
  2. Γένεση 2:15.
  3. Ησαΐας 45:18.
  4. Ψαλμός 115:16.
  5. 1 Κορινθίους 15:26.
  6. Ρωμαίους 6:23.
  7. Ψαλμός 36:9.
  8. Κολοσσαείς 1:21, 22.
  9. 1 Κορινθίους 15:21, 22.
  10. Ιωάννης 3:3-6· Ρωμαίους 8:17· 2 Τιμόθεο 2:11· Αποκάλυψη 2:10, 11.
  11. Αλκιβιάδης 130c.
  12. Γοργίας 493a· Κρατύλος 400c.
  13. Φαίδων 64a, 66b, 67a, 68b, 69c.
  14. Φαίδων 81d-e· Ellen Wagner, Essays on Plato’s psychology, Lexington Books, 2001, σελ. 274.
  15. Φαίδων 113e.
  16. Ως αλληγορική ερμηνεία εννοείται εδώ ο συστηματικός αποσυμβολισμός των μύθων με σκοπό την αποκάλυψη και ανάδειξη μεγάλων, απόκρυφων αληθειών. Αυτή η μέθοδος ερμηνείας καθιερώθηκε από τους Έλληνες φιλοσόφους, κυρίως τους στωικούς, σε μια προσπάθεια να συμβαδίσουν οι αρχαίοι μύθοι, π.χ. του Ομήρου και του Ησίοδου, με τα τότε σύγχρονα πορίσματα της διανόησης. (Βλ. J. Tate, “On the History of Allegorism”, The Classical Quarterly, Cambrige University Press, τόμ. 28, τεύχ. 2 (Απρ., 1934), σελ. 105-114) Διαθέτοντας αυτό το απατηλό διανοητικό εργαλείο, ο Φίλων υποστήριξε ότι οι Εβραϊκές Γραφές, δηλαδή η καθ’ ημάς «Παλαιά Διαθήκη», είναι συγγενείς με τον Πλατωνισμό. Ως εκ τούτου, ενώ ήταν βαθύτατα επηρεασμένος από τις ελληνικές φιλοσοφικές απόψεις, διατηρούσε την ψευδαίσθηση πως έμενε πιστός στη Βίβλο.—David Winston, “Philo Judaeus”, The Encyclopedia of Religion (2η έκδ.), Thomson



Η Παναγία των αρχαίων Ελλήνων

αναρτήθηκε στις 21 Φεβ 2020, 12:28 μ.μ. από το χρήστη Βασίλειος Ζαφείρογλου


 

Συγγραφή: Θερμού Μαρία (12 Αυγούστου 2012, 05:45)

Πηγή άρθρου: https://www.tovima.gr/2012/08/12/culture/i-panagia-twn-arxaiwn-ellinwn/

 


Στρατηγός, προστάτις και παρθένος. Είναι η θεά Αθηνά ή η Παναγία; Προστάτις των γυναικών, των παιδιών και του τοκετού. Είναι η Άρτεμις Παιδοτρόφος και Λοχεία ή μήπως η Παναγία; Συνετή, κόσμια, καλόβουλη, μειλίχια και πολυεύσπλαχνη, που δοκίμασε αβάσταχτο πόνο και γνώρισε πολλά βάσανα. Είναι η θεά Ίσις ή πρόκειται για την Παναγία, μητέρα του Χριστού; 


Εκεί, στο γύρισμα του ελληνικού κόσμου από τον πολυθεϊσμό στον χριστιανισμό, όταν ο δεύτερος άρχισε σιγά-σιγά να επικρατεί στη θρησκευτική συνείδηση και στη λατρευτική πρακτική, η μείξη στοιχείων του ειδωλολατρικού παρελθόντος με τη νέα θρησκεία όχι μόνο δεν θα τη μείωνε, αλλά θα συντελούσε σε μεγάλο βαθμό στην εδραίωσή της. Πρότυπα αιώνων, εξάλλου, ήταν δύσκολο να καταργηθούν. Αντιθέτως, η αφομοίωσή τους από τον χριστιανισμό υπήρξε ο συνδετικός κρίκος που χρειάζονταν οι άνθρωποι για να τον δεχθούν ευκολότερα. Αποτέλεσμα, πολλές από τις αρχαίες θεότητες και τελετουργίες να παραμείνουν στο χριστιανικό εορτολόγιο και να προσαρμοστούν στο τυπικό και στις παραδόσεις της νέας θρησκείας.

Είναι σύμπτωση ότι η μεγάλη γιορτή της Παναγίας τον Δεκαπενταύγουστο συμπίπτει με τα γενέθλια της θεάς Αθηνάς στις 28 του αρχαίου μήνα Εκατομβαιώνα (μέσα Ιουλίου – μέσα Αυγούστου), όταν τελούνταν τα Παναθήναια, η μεγαλύτερη γιορτή της αρχαίας Αθήνας; Ή μήπως είναι τυχαίο ότι ο ναός της παρθένου Αθηνάς στην Ακρόπολη μετατράπηκε σε ναό της Παναγίας Παρθένου; Αλλωστε δεν ήταν μόνον ο Παρθενώνας που έγινε χριστιανική εκκλησία, αφού σύμφωνα με το διάταγμα του Ιουστινιανού όλα τα αρχαία ιερά έπρεπε να μετατραπούν σε ναούς προκειμένου να εξαγνιστούν. Σε πολλά δε από αυτά, όπου λατρεύονταν γυναικείες, παγανιστικές θεότητες, χτίστηκαν ναοί αφιερωμένοι στην Παναγία, η οποία πολύ συχνά προσλάμβανε και τις ιδιότητες των αρχαίων θεοτήτων.

Οι ιδιότητες

Οι επαναλαμβανόμενοι εποχικοί κύκλοι του θανάτου και της αναγέννησης και τα λατρευτικά έθιμα που σχετίζονται με τη γη, τη βλάστηση και την καλή σοδειά συνδέθηκαν και με την Παναγία, όπως έχει γράψει ο μεγάλος λαογράφος Γεώργιος Μέγας. Τα Εισόδια της Θεοτόκου συνδέονται με τη σπορά και η Παναγία λαμβάνει τα χαρακτηριστικά της θεάς Δήμητρας αποκτώντας άλλοτε το προσωνύμιο Αποσπορίτισσα και άλλοτε Μεσοσπορίτισσα. Παραμένει μάλιστα και το αρχαίο έθιμο της πανσπερμίας, τα πολυσπόρια, όπως το λέμε σήμερα.

Αειπάρθενος, όπως οι αρχαίες θεές Αθηνά και Αρτεμη, ονομάστηκε η Παναγία από τον 6ο αιώνα. Ταυτόχρονα όμως είναι η προστάτις των εγκύων γυναικών που για να έχουν καλό τοκετό κρατούν ένα φυλαχτό-φυτό, «της Παναγίας το χορτάρι», όπως λέγεται. Αρχαίες μητρικές θεότητες ήταν και άλλες: η Αστάρτη, η Λητώ, η Γαία, η Ισις, με ρίζες που χάνονται στο βάθος της Νεολιθικής εποχής. Αρχέτυπο όλων όμως θεωρείται η Μεγάλη Μητέρα ή Μητέρα Γη ή Μεγάλη Μητέρα Θεά, που κατά τον Γιουνγκ πρόκειται για ένα μητριαρχικό μοντέλο που ενυπάρχει στον άνθρωπο πριν και από την κύηση.

Η Μεγάλη Μητέρα ήταν άλλωστε η κύρια θεότητα στη Μινωική Κρήτη, από κάποια εποχή μάλιστα παράλληλα με τον «νεαρό θεό» (είτε ως «θείο βρέφος» είτε ως σύζυγό της). Σύμφωνα με τον κύκλο της φύσης για τον θάνατο και την αναγέννηση η Μεγάλη Μητέρα παντρεύεται διαρκώς τον νεαρό θεό που γεννιέται και πεθαίνει κάθε χρόνο.

Προστάτις

Στρατηγός των στρατηγών, η Παναγία προστατεύει τους πιστούς της – όπως και η θεά Αθηνά τους Αθηναίους – σε κάθε δύσκολη στιγμή. Το 626, στην πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από Αβαρους και Πέρσες, οι πιστοί που έχουν συγκεντρωθεί στη Μεγάλη Εκκλησία θα δουν ξαφνικά μπροστά τους την Παναγία να έχει απλώσει προστατευτικά το πέπλο της πάνω από την πόλη (θυμηθείτε τον πέπλο της Αθηνάς στα Παναθήναια). Και η μεγαλύτερη απόδειξη: «Τη υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια» ψάλλουν οι πολιορκημένοι χριστιανοί στην τελευταία λειτουργία της Αγίας Σοφίας, το 1453.

Ο Ακάθιστος Υμνος ωστόσο μοιάζει κάπως με τις «ισιακές αρεταλογίες», τους ύμνους δηλαδή προς τη θεά Ισιδα, όπως λέει ο καθηγητής Αρχαιολογίας κ. Μιχάλης Τιβέριος. Πολλά από τα χαρακτηριστικά της αιγύπτιας θεάς, που είχε εξελληνιστεί, πέρασαν και στην Παναγία. «Οπως η Παναγία, έτσι και η θεά αυτή απέκτησε μύριες προσωνυμίες, ήταν δηλαδή μυριώνυμη, όπως «παντοκράτειρα» και «βασίλισσα του ουρανού, της γης και του κάτω κόσμου»» σημειώνει ο κ. Τιβέριος.

Η βασιλική του Παρθενώνα

Είναι άγνωστο πότε ακριβώς μετατράπηκε ο Παρθενώνας σε χριστιανικό ναό, το βέβαιο όμως είναι ότι επί Ιουστινιανού (482-565) καθαγιάστηκε και ορίστηκε ως η «καθολική εκκλησία των Αθηνών». Η λατρεία της ειδωλολατρικής παρθένου έδωσε έτσι τη θέση της στη χριστιανή Παρθένο και ο ναός πήρε το όνομα Παναγία Αθηνιώτισσα. Για τον σκοπό αυτόν μάλιστα και προκειμένου να εξυπηρετήσει τις ανάγκες της νέας λατρείας ο Παρθενώνας υπέστη πολλές επεμβάσεις και μετατράπηκε σε τρίκλιτη βασιλική.

Το κύρος του ναού ήταν μεγάλο, αφού ακόμη και ο Βασίλειος ΒΒουλγαροκτόνος γιόρτασε τη νίκη του κατά των Βουλγάρων στην Παναγία Αθηνιώτισσα. Επρόκειτο άλλωστε για περίλαμπρο ναό, με τη χρυσή εικόνα της Παναγίας και θαυμάσια ψηφιδωτά. Μόνο 188 ψηφίδες διασώθηκαν από αυτά και μεταφέρθηκαν το 1848 στο Βρετανικό Μουσείο, ενώ σήμερα διακρίνονται ελάχιστα ίχνη των αρχικών παραστάσεων. Εκείνο όμως που διασώζεται είναι τα εκατοντάδες χαράγματα με ονόματα στρατηγών, επισκόπων κ.λπ., αλλά και απλές αναγραφές ονομάτων, θανάτων, τίτλοι και επαγγέλματα, προσευχές και συμβολικές παραστάσεις που αναγράφηκαν μέσα στους αιώνες στους κίονες του ναού. Κατά την Αλωση των Αθηνών από τους Λατίνους όμως η εκκλησία συλήθηκε και μετατράπηκε σε καθολική με την ονομασία «Σάντα Μαρία ντι Ατένε», ενώ αργότερα έγινε τζαμί.

Στην υποτιθέμενη ομοιότητα της παράστασης μιας μαρμάρινης μετόπης του Παρθενώνα με τη σκηνή του Ευαγγελισμού οφείλεται εξάλλου η διάσωσή της κατά τον Μεσαίωνα από φανατικούς της νέας θρησκείας που κατέστρεψαν τον αρχαίο διάκοσμο του ναού. Η μετόπη βρίσκεται σήμερα στο Μουσείο Ακρόπολης.


Ο Αβραάμ πατέρας της πίστεως

αναρτήθηκε στις 21 Φεβ 2020, 12:19 μ.μ. από το χρήστη Βασίλειος Ζαφείρογλου


Συγγραφή: Κεπενές Δημ. Ευάγγελος (24/01/2018)



Η διδαχή των αποστόλων 


«Εξεύρετε λοιπόν ότι οι όντες εκ πίστεως, ούτοι είναι υιοί του Αβραάμ». (Γαλ. 3:7)



«Ο Αβραάμ επίστευσεν εις τον Θεόν και ελογίσθη εις αυτόν εις δικαιοσύνην ……….. Πως λοιπόν ελογίσθη; ότε ήτο εν περιτομή ή εν ακροβυστία; Ουχί εν περιτομή αλλ' εν ακροβυστία και έλαβε το σημείον της περιτομής, σφραγίδα της δικαιοσύνης της εκ πίστεως της εν τη ακροβυστία, διά να ήναι αυτός πατήρ πάντων των πιστευόντων ενώ υπάρχουσιν εν τη ακροβυστία, διά να λογισθή και εις αυτούς η δικαιοσύνη, και πατήρ της περιτομής, ουχί μόνον εις τους περιτετμημένους, αλλά και εις τους περιπατούντας εις τα ίχνη της πίστεως του πατρός ημών Αβραάμ της εν τη ακροβυστία». [4:3-11]

 

«Καθώς είναι γεγραμμένον, ότι πατέρα πολλών εθνών σε κατέστησα, ενώπιον του Θεού εις τον οποίον επίστευσε, του ζωοποιούντος τους νεκρούς και καλούντος τα μη όντα ως όντα». [Ρωμ. 4:17]

 

Η επαγγελία λοιπόν του ενός Θεού στον Αβραάμ ότι θέλει γίνει πατήρ πλήθους εθνών, μιλούσε για ζωοποίηση των πνευματικά νεκρών εβραίων και εθνικών.

«Παύλος, δούλος Θεού, απόστολος δε Ιησού Χριστού κατά την πίστιν των εκλεκτών του Θεού και την επίγνωσιν της αληθείας της κατ' ευσέβειαν,  επ΄ ελπίδι ζωής αιωνίου την οποίαν υπεσχέθη ο αψευδής Θεός προ χρόνων αιωνίων, εφανέρωσε δε εν καιροίς ωρισμένοις τον λόγον αυτού δια του κηρύγματος ….». [Τίτ. 1:2-3]

«Διά να έλθη εις τα έθνη η ευλογία του Αβραάμ διά Ιησού Χριστού, ώστε να λάβωμεν την επαγγελίαν του Πνεύματος διά της πίστεως». [Γαλ. 3:14]

Η ίδια επαγγελία ακυρώνει κάθε εθνικιστική και βιολογική ερμηνεία του φαρισαϊκού ιουδαϊσμού για αναβίωση και επικράτηση σε παγκόσμια κλίμακα της επίγειας βασιλείας του Ισραήλ. Ήταν υπόσχεση του Θεού, που ξεπερνούσε τα στενά όρια του σαρκικού γενεαλογικά εβραϊκού έθνους και αγκάλιαζε όλα τα τέκνα της πίστεως ανεξαρτήτως επίγειας εθνικότητος. Κάθε βιολογική ή εθνικοθρησκευτική αντίληψη της υπόσχεσης στερείται αληθείας. Δεν είπε ο Θεός στον Αβραάμ ότι θα είναι ο βιολογικός πατέρας όλων  των εθνών, αλλά τον έκανε πατέρα της πίστεως των τέκνων της επαγγελίας τα οποία είναι απάτορα, αμήτορα, αγενεαλόγητα σε σχέση με την κοσμική κτίση, διότι οι οικείοι, τα ζωντανά τέκνα του Θεού, είναι ένα πνευματικό ζωντανό έθνος, άγιο, «λαός που απέκτησε ο Θεός για να εξαγγείλει τις αρετές του». [Ι Πέτρ. 2:9, Πράξ. 17:26]

«Όσοι δε εδέχθησαν αυτόν, εις αυτούς έδωκεν εξουσίαν να γείνωσι τέκνα Θεού, εις τους πιστεύοντας εις το όνομα αυτού· οίτινες ουχί εξ αιμάτων ουδέ εκ θελήματος σαρκός ουδέ εκ θελήματος ανδρός, αλλ' εκ Θεού εγεννήθησαν». [Ιωάν. 1:12-13]


«Αλλά δεν είναι δυνατόν ότι εξέπεσεν ο λόγος του Θεού. Διότι πάντες οι εκ του Ισραήλ δεν είναι ούτοι Ισραήλ, ουδέ διότι είναι σπέρμα του Αβραάμ, διά τούτο είναι πάντες τέκνα, αλλ' Εν τω Ισαάκ θέλει κληθή εις σε σπέρμα. Τουτέστι, τα τέκνα της σαρκός ταύτα δεν είναι τέκνα Θεού, αλλά τα τέκνα της επαγγελίας λογίζονται διά σπέρμα». (Ρωμ. 9:6-8)

 

Και προς το σπέρμα σου όστις είναι ο Χριστός [η Ζωή]

 

Ούτε όταν του είπε «και προς το σπέρμα σου» εννοούσε το φθαρτό βιολογικό σπέρμα, διότι ο βιολογικός άνθρωπος σπέρνεται, γεννιέται με φθορά, με ατιμία και με ασθένεια, αλλά καθιερώνοντάς τον Αβραάμ πατέρα της πίστεως, του είπε για τον επουράνιο άνθρωπο Ιησού Χριστό που ως πνεύμα ζωοποιούν εγείρει μέσα στο ψυχικό, φθαρτό και θνητό σώμα των  χοϊκών ανθρώπων, τον εσωτερικό πνευματικό άνθρωπο, δια της στον Ιησού πίστεως και αποδοχής.

«Εάν υπάρχει σώμα ψυχικό υπάρχει και πνευματικό [σώμα]». [Ι Κορ. 15:42-44]

«Διά τούτο δεν αποκάμνομεν, αλλ' εάν και ο εξωτερικός ημών άνθρωπος φθείρηται, ο εσωτερικός όμως [άνθρωπος] ανανεούται καθ' εκάστην ημέραν». [ΙΙ Κορ. 4:16]

Η υπόσχεση λοιπόν μιλούσε για μία πνευματική ζωντανή κτίση. Μιλούσε για ένα πνευματικό σώμα, ένα νέο άνθρωπο που θα γεννιόταν  από άφθαρτο πνευματικό σπόρο, τον λόγο του Θεού και που είναι ο επουράνιος και όχι ένας χοϊκός  Ιησούς Χριστός.

«Επειδή ανεγεννήθητε ουχί εκ φθαρτού σπέρματος, αλλά αφθάρτου, διά του λόγου του Θεού του ζώντος και μένοντος εις τον αιώνα». [Ι Πέτρου προς Εβραίους 1:23]


«Όθεν εάν τις ήναι εν Χριστώ είναι νέον κτίσμα· τα αρχαία παρήλθον, ιδού, τα πάντα έγειναν νέα». (ΙΙ Κορ. 5:17)


 

Η σάρκα/το σώμα του Ιησού Χριστού

 

Σάρκα = σαρξ//σώμα//κορμί//ο άνθρωπος [Λεξ. Σταματάκου]

 

«Και ο λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν, και εθεασάμεθα την δόξαν αυτού, δόξαν ως μονογενούς παρά πατρός, πλήρης χάριτος και αληθείας». [Ιωάν. 1:14]

 

Ο Ιησούς είναι η ζωή και η ανάσταση, ο άνθρωπος Ιησούς Χριστός είχε δόξα ως μονογενούς παρά του Πατρός, πλήρης χάριτος και αληθείας, δεν ήταν με «ατιμία» όπως ο πνευματικά νεκρός βιολογικός άνθρωπος, αλλά ήταν «ο λόγος της ζωής που έγινε άνθρωπος» η ίδια η ζωή η αιώνιος, η ζωή του αιώνιου Πατέρα, ο εαυτός του Θεού και όχι ένας έτερος θεός. [Ι Ιωάν. 1:1-3]

 

Σύγκρινε: «Και ο λόγος έγεινε σαρξ», «ο Θεός εφανερώθη εν σαρκί», «και η ζωή εφανερώθη». [Ιωάν. 1:14, Ι Τιμ. 3:16, Ι Ιωάν. 1:2]

 

«Και η ζωή εφανερώθη, και εωράκαμεν και μαρτυρούμεν και απαγγέλλομεν υμίν την ζωήν την αιώνιον, ήτις ην προς τον Πατέρα και εφανερώθη ημίν». [Ι Ιωάν. 1:2]

 

«Διότι καθώς ο Πατήρ έχει ζωήν εν εαυτώ, ούτως έδωκε και εις τον Υιόν να έχη ζωήν εν εαυτώ». [Ιωάν. 5:26]

 

Το σώμα του Ιησού είναι το κατοικητήριο, ο οίκος, του πληρώματος του Θεού του αοράτου, ο ναός του ενός Θεού, ο οποίος δεν κατοικεί σε χειροποίητους ναούς. Οι ζωοποιημένοι δια του Ιησού, τα πνευματικά τέκνα της επαγγελίας, είναι και αυτοί  μέσα στον Χριστό, «εν Χριστώ»,  μέσα στον αληθινό αχειροποίητο ναό και είναι οι αληθινοί ζωντανοί προσκυνητές «εν πνεύματι και αληθεία» του Πατέρα Θεού του «εν Χριστώ» κατοικούντος.  [Κολ. 2:9]

 

«Λέγει προς αυτόν ο Ιησούς· Εγώ είμαι η οδός και η αλήθεια και η ζωή· ουδείς έρχεται προς τον Πατέρα, ειμή δι' εμού». [Ιωάν. 14:6, 2:20-21]

 

Ο Ιησούς δεν σπάρθηκε όπως σπέρνεται ο βιολογικός άνθρωπος, αλλά είναι η εκπλήρωση της υπόσχεσης εις τον Αβραάμ, ο ζωντανός λόγος του Θεού, ο επουράνιος άνθρωπος, που δίνει ζωή στους νεκρούς πνευματικά ανθρώπους.

 

«Διότι ο άρτος του Θεού είναι ο καταβαίνων εκ του ουρανού και δίδων ζωήν εις τον κόσμον». [Ιωάν. 6:51, 33]

 

Ο Ιησούς ήταν «ο άρτος της ζωής ο καταβάς εκ του ουρανού», όπως ήταν και το μάννα εκ του ουρανού, και είναι αυτός «ο σπόρος ο άφθαρτος», που δίνει ζωή και γεννά τον πνευματικό άνθρωπο.

 

Πνεύμα ζωοποιούν

 

Το «άγιο» που γεννήθηκε μέσα στην μήτρα της Μαριάμ ήταν εκ Πνεύματος  Αγίου, για αυτό και ο Ιησούς Χριστός είναι «Πνεύμα ζωοποιούν». [Ι Κορ. 15:45]

 

«Και αποκριθείς ο άγγελος είπεν αυτή: Πνεύμα άγιον επελεύσεται επί σε και δύναμις υψίστου επισκιάσει σοι, διό και το γεννώμενον άγιον [όχι εκ σου] κληθήσεται υιός Θεού». [Λουκ. 1:35 WH]

 

«Ενώ δε αυτός διελογίσθη ταύτα, ιδού, άγγελος Κυρίου εφάνη κατ' όναρ εις αυτόν, λέγων· Ιωσήφ, υιέ του Δαβίδ, μη φοβηθής να παραλάβης Μαριάμ την γυναίκα σου· διότι το εν αυτή γεννηθέν είναι εκ Πνεύματος Αγίου». [Ματθ. 1:20]

 

 

Ο Ιησούς αναφερόταν συνέχεια στον Πατέρα του «το Πνεύμα», τους υπενθύμιζε την ουράνια καταγωγή του και ουδέποτε ο ίδιος αποκάλεσε την χοϊκή Μαριάμ μητέρα. Η ανθρωπότητα λοιπόν του Ιησού Χριστού συσχετίζεται με τον νέο, τον πνευματικό «εν Χριστώ» άνθρωπο, του οποίου ο Ιησούς είναι ο Πατέρας ο δίδων ζωήν») και όχι με τον φθαρτό χοϊκό άνθρωπο. Οι ομοιότητες του Ιησού με τον χοϊκό άνθρωπο ήταν δύο:

 

α) Ως προς το σχήμα, «.....εαυτόν εκένωσεν μορφήν δούλου λαβών, εν ομοιώματι ανθρώπων γενόμενος και σχήματι ευρεθείς ως  άνθρωπος …». [Φιλ. 2:7]

 

β) Ως προς τα παθήματα τα οποία δοκίμασε «καθ ομοιότητα ημών χωρίς αμαρτία» για να γίνει ελεήμων και πιστός αρχιερέας. [Εβρ. 2:17-18]

 

«Διότι δεν έχομεν αρχιερέα μη δυνάμενον να συμπαθήση εις τας ασθενείας ημών, αλλά πειρασθέντα κατά πάντα καθ' ομοιότητα ημών χωρίς αμαρτίας». [Εβρ. 4:15]

 

 

 

Περισσότερα για την σάρκα – σώμα  του Ιησού

 

«Επειδή ουν τα παιδία κεκοινώνηκεν αίματος και σαρκός και αυτός παραπλησίως [= περίπου ομοίως] μετέσχεν των αυτών, ίνα δια του θανάτου καταργήση τον το κράτος έχοντα του θανάτου τουτ’ έστιν τον διάβολον».  [Εβρ. 2:14]

 

«Επειδή το αδύνατον εις τον νόμον, καθότι ήτο ανίσχυρος διά της σαρκός, ο Θεός πέμψας τον εαυτού Υιόν με ομοίωμα σαρκός αμαρτίας και περί αμαρτίας, κατέκρινε την αμαρτίαν εν τη σαρκί ….». [Ρωμ.8:3]

 

«Και είπε προς αυτούς· Σεις είσθε εκ των κάτω, [χοϊκοί] εγώ είμαι εκ των άνω [επουράνιος]· σεις είσθε εκ του κόσμου τούτου, εγώ δεν είμαι εκ του κόσμου τούτου». [Ιωάν. 8:23]

 

«Εγώ είμαι ο άρτος ο ζων ο καταβάς εκ του ουρανού. Εάν τις φάγει εκ τούτου του άρτου θέλει ζήσει εις τον αιώνα. Και ο άρτος δε τον οποίον εγώ θέλω δώσει είναι η σαρξ μου, την οποίαν εγώ θέλω δώσει υπέρ της ζωής του κόσμου». [Ιωάν. 6:51]

 

Η ανάσταση των πνευματικά νεκρών, λόγω της αμαρτίας, χοϊκών ανθρώπων

 

«Ούτω και η ανάστασις των νεκρών. Σπείρεται [βιολογικό σπέρμα] εν φθορά, ανίσταται εν αφθαρσία· σπείρεται εν ατιμία, ανίσταται εν δόξη· σπείρεται εν ασθενεία, ανίσταται εν δυνάμει· σπείρεται σώμα ζωϊκόν [ψυχικόν], ανίσταται σώμα πνευματικόν. Είναι σώμα ζωϊκόν [ψυχικόν], και είναι σώμα πνευματικόν». [Ι Κορ. 15:42-44]

«Διά τούτο δεν αποκάμνομεν, αλλ' εάν και ο εξωτερικός ημών άνθρωπος [ο ψυχικός] φθείρηται, ο εσωτερικός όμως [ο πνευματικός άνθρωπος] ανανεούται καθ' εκάστην ημέραν». [ΙΙ Κορ. 4:16]

 

«Μη ψεύδεσθε εις αλλήλους, αφού απεξεδύθητε [γδυθήκατε] τον παλαιόν άνθρωπον μετά των πράξεων αυτού και ενεδύθητε [ντυθήκατε] τον νέον, τον ανακαινιζόμενον εις επίγνωσιν κατά την εικόνα του κτίσαντος αυτόν». [Κολ. 3:9-10]

 

Ο παλαιός ψυχικός άνθρωπος και ο νέος πνευματικός άνθρωπος

Ο παλαιός άνθρωπος είναι ο θνητός, ο σαρκικός, ο φθαρτός άνθρωπος, που «σπείρεται» γεννιέται από χοϊκό πατέρα και μητέρα, ενώ ο νέος άνθρωπος είναι ο πνευματικός, ο άφθαρτος, που γεννιέται μέσα στον χοϊκό από τον επουράνιο Ιησού που είναι πνεύμα ζωοποιούν.

 «Το γεννημένον εκ της σαρκός είναι σαρξ και το γεννημένον εκ του πνεύματος είναι πνεύμα». [Ιωάν. 3:6]

Η υπόσχεση λοιπόν στον Αβραάμ ήταν δήλωση που έθετε σε εκκίνηση το μεγαλειώδες και ασύλληπτο για την ανθρώπινη διάνοια σχέδιο της αγάπης του Θεού, για την ζωοποίηση  δια Ιησού Χριστού, του πνευματικά νεκρού λόγω της αμαρτίας ανθρώπου και αυτό γίνεται μέσω της πίστης.


Βιβλικές μαρτυρίες 

«Ο δε Ιησούς είπε προς αυτόν· Ακολούθει μοι και άφες τους νεκρούς να θάψωσι τους εαυτών νεκρούς». [Ματθ. 8:22]

«Διότι ούτος ο υιός μου νεκρός ήτο και ανέζησε και απολωλώς ήτο και ευρέθη. Και ήρχισαν να ευφραίνωνται». [Λουκ. 15:24, Ι Τιμ. 6:19, Ι Κορ. 15:42-49, Ιωάν. 3:6]

«Διά τούτο λέγει· Σηκώθητι ο κοιμώμενος και ανάστηθι εκ των νεκρών, και θέλει σε φωτίσει ο Χριστός». [Εφεσ. 5:14]

 

Παύλος προς Φήλικα: «Περί αναστάσεως νεκρών εγώ κρίνομαι σήμερον από σας». [Πράξ. 24:21β]


«Και ενώ ήμεθα νεκροί διά τα αμαρτήματα, εζωοποίησεν ημάς μετά του Χριστού, κατά χάριν είσθε σεσωσμένοι και συνανέστησε και συνεκάθισεν εν τοις επουρανίοις διά Ιησού Χριστού». [Εφ. 2:5-6]


Σύμφωνα με το κήρυγμα του αποστόλου Παύλου προς τους ομοεθνείς του Ισραηλίτες ο Θεός εκπλήρωσε την επαγγελία του προς τον Αβραάμ στην γενεά των αποστόλων.


«Και ημείς υμάς ευαγγελιζόμεθα την προς τους πατέρας επαγγελίαν γενομένην, ότι ταύτην ο Θεός εκπεπλήρωκεν τοις τέκνοις ημών αναστήσας Ιησούν ως και εν τω ψαλμώ γέγραπται τω δευτέρω, υιός μου ει συ εγώ σήμερον γεγέννηκα σε». (Πράξ. 13:32-33 WH)




Ο Ιησούς βασιλεύει!


Η γέννηση του βιβλικού ιουδαϊσμού

αναρτήθηκε στις 21 Φεβ 2020, 12:12 μ.μ. από το χρήστη Βασίλειος Ζαφείρογλου


Συγγραφή: Κεπενές Δημ. Ευάγγελος (24/01/2018)


 

Βιβλικός ιουδαϊσμός

Ο βιβλικός ιουδαϊσμός  ήταν η παραδοσιακή μονοθεϊστική θρησκεία των Εβραίων, που γεννήθηκε μετά την σύσταση τους ως έθνος. Ήταν η Θρησκεία των υποσχέσεων και των προσδοκιών με έντονο στοιχείο τους τύπους, οι οποίοι ήταν εικόνες των επουράνιων προσδοκώμενων πνευματικών αγαθών, που εκπληρώθηκαν δια Ιησού Χριστού και είχε ηλικιακό χαρακτήρα με γέννηση, ακμή και γήρας.

«Λέγων δε καινήν, έκαμε παλαιάν την πρώτην το δε παλαιούμενον και γηράσκον είναι πλησίον αφανισμού». [Εβρ. 8:13]

 

Ο κυριότερος προφήτης και θεμελιωτής του ήταν ο υπηρέτης του Θεού Μωυσής ο οποίος έκανε κατά πάντα όσα δείχτηκαν σ’ αυτόν. Οι ιστορικές συνθήκες διαμόρφωσης του έθνους και της θρησκείας των Εβραίων γίνονται γνωστές  μέσα από την γραπτή Τορά και τα βιβλία των προφητών του Ισραήλ, την εβραϊκή βίβλο.

 

 Η από την αρχή καθοδήγηση και επικοινωνία του αληθινού Θεού με τον Ισραήλ τον κατέστησαν  ετερόνομο κοινωνικά και θρησκευτικά έθνος. Οι αυτόνομοι λαοί επέλεγαν την γη τους, την συναλλαγή  και επιμιξία τους με άλλους, φιλοσοφούσαν, νομοθετούσαν και επινοούσαν τους θεούς τους και την εκάστοτε θρησκεία τους, ανάλογα με την εφαρμοζόμενη πολιτική τους και τις κοινωνικές, πνευματικές και πολιτιστικές τους ανάγκες, εκτός εάν διατελούσαν υπό ξένης κυριαρχίας.

 

Ο Ισραήλ [= Ισχύς Θεού] ούτε επέλεξε, ούτε του επεβλήθη από άλλα κράτη να είναι έτσι. Ήταν ο Θεός ο ίδιος που μίλησε στον Άβραμ τον Χαλδαίο, γιο του ειδωλολάτρη Θάρα, ηλικίας τότε εβδομήντα πέντε ετών και του είπε:

 

«Έξελθε εκ της γης σου και εκ της συγγενείας σου και εκ του οίκου του πατρός σου εις την γην την οποίαν θέλω σοι δείξει και θέλω σε κάμει εις έθνος μέγα και θέλω σε ευλογήσει και θέλω μεγαλύνει το όνομά σου και θέλεις είσθαι εις ευλογίαν». [Γέν. 12:1-2, 7, Πράξ. κεφ. 7]

 

Ο  Άβραμ λοιπόν πήρε την γυναίκα του Σάραν και τον ανηψιό του Λωτ και πήγε στη γη Χαναάν. Εκεί πάλι φάνηκε εις αυτόν ο Κύριος και του είπε «Εις το σπέρμα σου θέλω δώσει την γη ταύτην». Ο ίδιος ο Θεός λοιπόν αποφάσισε να δημιουργήσει το έθνος του Ισραήλ, όρισε την γη κατοικίας του και τον τόπο που θα Τον λάτρευαν και κατέστησε τον Άβραμ βιολογικό του πατέρα υποσχόμενος ότι θα τον ευλογήσει. 

Και ενώ ο Άβραμ είχε ήδη λάβει την υπόσχεση ότι θα είναι ο βιολογικός πατέρας του κατά σάρκα Ισραήλ, σε ηλικία ογδόντα έξι ετών αποκτά τον Ισμαήλ  από την Άγαρ την Αιγύπτια την δούλη της  Σάρας, που αλληγορικά ερμηνευμένο, είναι η Παλαιά  Διαθήκη η αλλιώς, ο Μωσαϊκός νόμος, τον οποίο μετά από τετρακόσια τριάντα χρόνια παρέλαβε ο Μωυσής στο όρος Σινά δια μέσου αγγέλων και που θα αποτελούσε τον απαράβατο κανόνα της θρησκευτικής και πολιτικής οργάνωσης του εβραϊκού έθνους, με επουράνιες υποσχέσεις που έλαβαν πνευματική τελείωση.

«Δεν θέλετε προσθέσει εις τον λόγον τον οποίον εγώ σας προστάζω, ουδέ θέλετε αφαιρέσει απ' αυτού, διά να φυλάττητε τας εντολάς Κυρίου του Θεού σας, τας οποίας εγώ σας προστάζω». [Δευτ. 4:2]

 

«Οίτινες [ιερείς] λειτουργούσιν εις υπόδειγμα και σκιάν των επουρανίων...». [Εβρ. 8:5]

 

Η εθνική και η θρησκευτική λοιπόν ταυτότητα του χοϊκού Ισραήλ και τα όρια κατοικίας του στην γη όπου κατοικούσαν πριν οι Αμορραίοι, ορίστηκαν από τον ίδιο τον Θεό με κυρίαρχη εντολή:

 

«Άκουε Ισραήλ Κύριος ο Θεός ημών είναι εις Κύριος». [Κριτ. 6:10, Πράξ. 13:19, Δευτ. 6:4, Γέν. 16:16, Γαλ. 4:22-24]

 

Η επαγγελία προς τον Άβραμ

Σε ηλικία ενενήντα εννέα ετών φάνηκε πάλι ο Κύριος στον Άβραμ και αφού αυτοσυστήθηκε ως ο Θεός του, του είπε:

 

«Εγώ, ιδού, η διαθήκη μου είναι προς σε και θέλεις γείνει πατήρ πλήθους εθνών και δεν θέλει καλείσθαι πλέον το όνομά σου Άβραμ αλλά το όνομά σου θέλει είσθαι Αβραάμ διότι πατέρα πλήθους εθνών σε κατέστησα …..  Και θέλετε περιτέμνει την σάρκα της ακροβυστίας υμών, και θέλει είσθαι εις σημείον της διαθήκης μεταξύ εμού και υμών». [Γέν. 17:4, 11]

Συνεχίζοντας  ο Θεός να ομιλεί στον Αβραάμ του λέει να καλεί στο εξής τη γυναίκα του Σάρα, με το όνομα Σάρρα [= Ηγεμόνισσα] και ενώ δεν τεκνοποιούσε ως νέα η Σάρα, του υπόσχεται ότι στο γήρας της, θα του έδινε γιό μέσα από αυτή, τον Ισαάκ. Ο Ισαάκ σαν τέκνο επαγγελίας, έγινε η σπουδαιότερη αλληγορία στην ιστορία του ιουδαϊσμού και είναι η Καινή Διαθήκη η αλλιώς ο χριστιανισμός που είναι η εκπλήρωση και τελειοποίηση  του βιβλικού ιουδαϊσμού.  [Γέν. Κεφ. 17, Γαλ. 4:22-24, Ρωμ. 10:4]

 

Η διδαχή του χριστιανισμού για την επαγγελία της ζωής στον Αβραάμ 

«Παύλος, απόστολος Ιησού Χριστού διά θελήματος Θεού κατά την επαγγελίαν της ζωής της εν Χριστώ Ιησού». [ΙΙ Τιμ. 1:1]

 

«Ημείς  δε, αδελφοί, καθώς ο Ισαάκ επαγγελίας  τέκνα είμεθα». [Γαλ. 4:28]

 

«Επειδή η επαγγελία προς τον Αβραάμ ή προς το σπέρμα αυτού, ότι έμελλε να είναι κληρονόμος του κόσμου, δεν έγινε διά του νόμου, αλλά διά της δικαιοσύνης της εκ πίστεως.  Διότι εάν ήναι κληρονόμοι οι εκ του νόμου, η πίστις εματαιώθη και κατηργήθη η επαγγελία». [Ρωμ. 4:13]

 

«Ο Αβραάμ επίστευσεν εις τον Θεόν και ελογίσθη εις αυτόν εις δικαιοσύνην. Εξεύρετε λοιπόν ότι οι όντες εκ πίστεως, ούτοι είναι υιοί του Αβραάμ. Προϊδούσα  δε η γραφή ότι εκ πίστεως δικαιώνει τα έθνη ο Θεός, προήγγειλεν εις τον Αβραάμ ότι Θέλουσι ευλογηθή εν σοι πάντα τα έθνη ………. Προς δε τον Αβραάμ ελαλήθησαν αι επαγγελίαι και προς το σπέρμα αυτού, δεν λέγει και προς τα σπέρματα, ως περί πολλών, αλλ’ ως περί ενός, Και προς το σπέρμα σου, όστις είναι ο Χριστός [η ζωή]». [Γαλ. 3:6-8, 16, Ιωάν. 11:25]

 

Ο Αβραάμ πατέρας της πίστεως

«Ο Αβραάμ επίστευσεν εις τον Θεόν και ελογίσθη εις αυτόν εις δικαιοσύνην ……….. Πως λοιπόν ελογίσθη; ότε ήτο εν περιτομή ή εν ακροβυστία; Ουχί εν περιτομή αλλ' εν ακροβυστία και έλαβε το σημείον της περιτομής, σφραγίδα της δικαιοσύνης της εκ πίστεως της εν τη ακροβυστία, διά να ήναι αυτός πατήρ πάντων των πιστευόντων ενώ υπάρχουσιν εν τη ακροβυστία, διά να λογισθή και εις αυτούς η δικαιοσύνη, και πατήρ της περιτομής, ουχί μόνον εις τους περιτετμημένους, αλλά και εις τους περιπατούντας εις τα ίχνη της πίστεως του πατρός ημών Αβραάμ της εν τη ακροβυστία». [Ρωμ. 4:3-11]

 

«Καθώς είναι γεγραμμένον, ότι πατέρα πολλών εθνών σε κατέστησα, ενώπιον του Θεού εις τον οποίον επίστευσε, του ζωοποιούντος τους νεκρούς και καλούντος τα μη όντα ως όντα». [Ρωμ. 4:17]

 

 

Η επαγγελία λοιπόν του ενός Θεού στον Αβραάμ ότι θέλει γίνει πατήρ πλήθους εθνών, μιλούσε για ζωοποίηση των πνευματικά νεκρών εβραίων και εθνικών.

«Επ΄ ελπίδι ζωής αιωνίου την οποίαν υπεσχέθη ο αψευδής Θεός προ χρόνων αιωνίων, εφανέρωσε δε εν καιροίς ωρισμένοις τον λόγον αυτού δια του κηρύγματος ….». [Τίτ. 1:2-3]

«Διά να έλθη εις τα έθνη η ευλογία του Αβραάμ διά Ιησού Χριστού, ώστε να λάβωμεν την επαγγελίαν του Πνεύματος διά της πίστεως». [Γαλ. 3:14] 

Η ίδια επαγγελία ακυρώνει κάθε εθνικιστική και βιολογική ερμηνεία του φαρισαϊκού ιουδαϊσμού για αναβίωση και επικράτηση σε παγκόσμια κλίμακα της επίγειας βασιλείας του Ισραήλ. Ήταν υπόσχεση του Θεού, που ξεπερνούσε τα στενά όρια του σαρκικού γενεαλογικά εβραϊκού έθνους και αγκάλιαζε όλα τα τέκνα της πίστεως ανεξαρτήτως επίγειας εθνικότητος. Κάθε βιολογική ή εθνικοθρησκευτική αντίληψη της υπόσχεσης στερείται αληθείας. Δεν είπε ο Θεός στον Αβραάμ ότι θα είναι ο βιολογικός πατέρας όλων  των εθνών, αλλά τον έκανε πατέρα της πίστεως των τέκνων της επαγγελίας τα οποία είναι απάτορα, αμήτορα, αγενεαλόγητα σε σχέση με την κοσμική κτίση, διότι οι οικείοι, τα ζωντανά τέκνα του Θεού, είναι ένα πνευματικό ζωντανό έθνος, άγιο, «λαός που απέκτησε ο Θεός για να εξαγγείλει τις αρετές του». [Ι Πέτρ. 2:9, Πράξ. 17:26]

«Όσοι δε εδέχθησαν αυτόν, εις αυτούς έδωκεν εξουσίαν να γείνωσι τέκνα Θεού, εις τους πιστεύοντας εις το όνομα αυτού· οίτινες ουχί εξ αιμάτων ουδέ εκ θελήματος σαρκός ουδέ εκ θελήματος ανδρός, αλλ' εκ Θεού εγεννήθησαν». [Ιωάν. 1:12-13]

 

Και προς το σπέρμα σου όστις είναι ο Χριστός [η Ζωή]

 

Ούτε όταν του είπε «και προς το σπέρμα σου» εννοούσε το φθαρτό βιολογικό σπέρμα, διότι ο βιολογικός άνθρωπος σπέρνεται, γεννιέται με φθορά, με ατιμία και με ασθένεια, αλλά καθιερώνοντάς τον Αβραάμ πατέρα της πίστεως, του είπε για τον επουράνιο άνθρωπο Ιησού Χριστό που ως πνεύμα ζωοποιούν εγείρει μέσα στο ψυχικό, φθαρτό και θνητό σώμα των  χοϊκών ανθρώπων, τον εσωτερικό πνευματικό άνθρωπο, δια της στον Ιησού πίστεως και αποδοχής.

«Εάν υπάρχει σώμα ψυχικό υπάρχει και πνευματικό [σώμα]». [Ι Κορ. 15:42-44]

«Διά τούτο δεν αποκάμνομεν, αλλ' εάν και ο εξωτερικός ημών άνθρωπος φθείρηται, ο εσωτερικός όμως [άνθρωπος] ανανεούται καθ' εκάστην ημέραν». [ΙΙ Κορ. 4:16]

 

Η υπόσχεση λοιπόν μιλούσε για μία πνευματική ζωντανή κτίση. Μιλούσε για ένα πνευματικό σώμα, ένα νέο άνθρωπο που θα γεννιόταν  από άφθαρτο πνευματικό σπόρο, τον λόγο του Θεού και που είναι ο επουράνιος και όχι ένας χοϊκός  Ιησούς Χριστός.

«Επειδή ανεγεννήθητε ουχί εκ φθαρτού σπέρματος, αλλά αφθάρτου, διά του λόγου του Θεού του ζώντος και μένοντος εις τον αιώνα». [Ι Πέτρου προς Εβραίους 1:23]


«Όθεν εάν τις ήναι εν Χριστώ είναι νέον κτίσμα· τα αρχαία παρήλθον, ιδού, τα πάντα έγειναν νέα». (ΙΙ Κορ. 5:17)

 

Η σάρκα/το σώμα του Ιησού Χριστού

 

Σάρκα = σαρξ//σώμα//κορμί//ο άνθρωπος [Λεξ. Σταματάκου]

 

«Και ο λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν, και εθεασάμεθα την δόξαν αυτού, δόξαν ως μονογενούς παρά πατρός, πλήρης χάριτος και αληθείας». [Ιωάν. 1:14]

 

Ο Ιησούς είναι η ζωή και η ανάσταση, ο άνθρωπος Ιησούς Χριστός είχε δόξα ως μονογενούς παρά του Πατρός, πλήρης χάριτος και αληθείας, δεν ήταν με «ατιμία» όπως ο πνευματικά νεκρός βιολογικός άνθρωπος, αλλά ήταν «ο λόγος της ζωής που έγινε άνθρωπος» η ίδια η ζωή η αιώνιος, η ζωή του αιώνιου Πατέρα, ο εαυτός του Θεού και όχι ένας έτερος θεός. [Ι Ιωάν. 1:1-3]

 

Σύγκρινε: «Και ο λόγος έγεινε σαρξ», «ο Θεός εφανερώθη εν σαρκί», «και η ζωή εφανερώθη». [Ιωάν. 1:14, Ι Τιμ. 3:16, Ι Ιωάν. 1:2]

 

«Και η ζωή εφανερώθη, και εωράκαμεν και μαρτυρούμεν και απαγγέλλομεν υμίν την ζωήν την αιώνιον, ήτις ην προς τον Πατέρα και εφανερώθη ημίν». [Ι Ιωάν. 1:2]

 

«Διότι καθώς ο Πατήρ έχει ζωήν εν εαυτώ, ούτως έδωκε και εις τον Υιόν να έχη ζωήν εν εαυτώ». [Ιωάν. 5:26]

 

Το σώμα του Ιησού είναι το κατοικητήριο, ο οίκος, του πληρώματος του Θεού του αοράτου, ο ναός του ενός Θεού, ο οποίος δεν κατοικεί σε χειροποίητους ναούς. Οι ζωοποιημένοι δια του Ιησού, τα πνευματικά τέκνα της επαγγελίας, είναι και αυτοί  μέσα στον Χριστό, «εν Χριστώ»,  μέσα στον αληθινό αχειροποίητο ναό και είναι οι αληθινοί ζωντανοί προσκυνητές «εν πνεύματι και αληθεία» του Πατέρα Θεού του «εν Χριστώ» κατοικούντος.  [Κολ. 2:9]

 

«Λέγει προς αυτόν ο Ιησούς· Εγώ είμαι η οδός και η αλήθεια και η ζωή· ουδείς έρχεται προς τον Πατέρα, ειμή δι' εμού». [Ιωάν. 14:6, 2:20-21]

 

Ο Ιησούς δεν σπάρθηκε όπως σπέρνεται ο βιολογικός άνθρωπος, αλλά είναι η εκπλήρωση της υπόσχεσης εις τον Αβραάμ, ο ζωντανός λόγος του Θεού, ο επουράνιος άνθρωπος, που δίνει ζωή στους νεκρούς πνευματικά ανθρώπους.

 

«Διότι ο άρτος του Θεού είναι ο καταβαίνων εκ του ουρανού και δίδων ζωήν εις τον κόσμον». [Ιωάν. 6:51, 33]

 

«Εγώ είμαι ο άρτος ο ζων ο καταβάς εκ του ουρανού», όπως ήταν και το μάννα εκ του ουρανού, και είναι αυτός «ο σπόρος ο άφθαρτος», που δίνει ζωή και γεννά τον πνευματικό άνθρωπο.

 

Πνεύμα ζωοποιούν

 

Το «άγιο» που γεννήθηκε μέσα στην μήτρα της Μαριάμ ήταν εκ Πνεύματος  Αγίου, για αυτό και ο Ιησούς Χριστός είναι «Πνεύμα ζωοποιούν». [Ι Κορ. 15:45]

 

«Και αποκριθείς ο άγγελος είπεν αυτή: Πνεύμα άγιον επελεύσεται επί σε και δύναμις υψίστου επισκιάσει σοι, διό και το γεννώμενον άγιον [όχι εκ σου] κληθήσεται υιός Θεού». [Λουκ. 1:35]

 

«Ενώ δε αυτός διελογίσθη ταύτα, ιδού, άγγελος Κυρίου εφάνη κατ' όναρ εις αυτόν, λέγων· Ιωσήφ, υιέ του Δαβίδ, μη φοβηθής να παραλάβης Μαριάμ την γυναίκα σου· διότι το εν αυτή γεννηθέν είναι εκ Πνεύματος Αγίου». [Ματθ. 1:20]

 

Ο Ιησούς αναφερόταν συνέχεια στον Πατέρα του «το Πνεύμα», τους υπενθύμιζε την ουράνια καταγωγή του και ουδέποτε ο ίδιος αποκάλεσε την χοϊκή Μαριάμ μητέρα. Η ανθρωπότητα λοιπόν του Ιησού Χριστού συσχετίζεται με τον νέο, τον πνευματικό «εν Χριστώ» άνθρωπο, του οποίου ο Ιησούς είναι ο Πατέρας «ο δίδων ζωήν» και όχι με τον φθαρτό χοϊκό άνθρωπο. Οι ομοιότητες του Ιησού με τον χοϊκό άνθρωπο ήταν δύο:

 

α) Ως προς το σχήμα «εαυτόν εκένωσεν μορφήν δούλου λαβών, εν ομοιώματι ανθρώπων γενόμενος και σχήματι ευρεθείς ως άνθρωπος …». [Φιλ. 2:7]

 

β) Ως προς τα παθήματα τα οποία δοκίμασε «καθ’ ομοιότητα ημών χωρίς αμαρτία» για να γίνει ελεήμων και πιστός αρχιερέας. [Εβρ. 2:17-18]

 

«Διότι δεν έχομεν αρχιερέα μη δυνάμενον να συμπαθήση εις τας ασθενείας ημών, αλλά πειρασθέντα κατά πάντα καθ' ομοιότητα ημών χωρίς αμαρτίας». [Εβρ. 4:15]

 

 

 

Περισσότερα για την σάρκα – σώμα  του Ιησού

 

«Επειδή ουν τα παιδία κεκοινώνηκεν αίματος και σαρκός και αυτός παραπλησίως [= περίπου ομοίως] μετέσχεν των αυτών, ίνα δια του θανάτου καταργήση τον το κράτος έχοντα του θανάτου τουτ’ έστιν τον διάβολον».  [Εβρ. 2:14]

 

«Επειδή το αδύνατον εις τον νόμον, καθότι ήτο ανίσχυρος διά της σαρκός, ο Θεός πέμψας τον εαυτού Υιόν με ομοίωμα σαρκός αμαρτίας και περί αμαρτίας, κατέκρινε την αμαρτίαν εν τη σαρκί ….». [Ρωμ.8:3]

 

«Και είπε προς αυτούς· Σεις είσθε εκ των κάτω, [χοϊκοί] εγώ είμαι εκ των άνω [επουράνιος]· σεις είσθε εκ του κόσμου τούτου, εγώ δεν είμαι εκ του κόσμου τούτου». [Ιωάν. 8:23]

 

«Εγώ είμαι ο άρτος ο ζων ο καταβάς εκ του ουρανού. Εάν τις φάγει εκ τούτου του άρτου θέλει ζήσει εις τον αιώνα. Και ο άρτος δε τον οποίον εγώ θέλω δώσει είναι η σαρξ μου, την οποίαν εγώ θέλω δώσει υπέρ της ζωής του κόσμου». [Ιωάν. 6:51]

 

Η ανάσταση των πνευματικά νεκρών, λόγω της αμαρτίας, χοϊκών ανθρώπων

 

«Ούτω και η ανάστασις των νεκρών. Σπείρεται [βιολογικό σπέρμα] εν φθορά, ανίσταται εν αφθαρσία· σπείρεται εν ατιμία, ανίσταται εν δόξη· σπείρεται εν ασθενεία, ανίσταται εν δυνάμει· σπείρεται σώμα ζωϊκόν [ψυχικόν], ανίσταται σώμα πνευματικόν. Είναι σώμα ζωϊκόν [ψυχικόν], και είναι σώμα πνευματικόν». [Ι Κορ. 15:42-44]

«Διά τούτο δεν αποκάμνομεν, αλλ' εάν και ο εξωτερικός ημών άνθρωπος φθείρηται, ο εσωτερικός όμως [άνθρωπος] ανανεούται καθ' εκάστην ημέραν». [ΙΙ Κορ. 4:16]

 

«Μη ψεύδεσθε εις αλλήλους, αφού απεξεδύθητε [γδυθήκατε] τον παλαιόν άνθρωπον μετά των πράξεων αυτού και ενεδύθητε [ντυθήκατε] τον νέον, τον ανακαινιζόμενον εις επίγνωσιν κατά την εικόνα του κτίσαντος αυτόν». [Κολ. 3:9-10]

 

Ο παλαιός άνθρωπος είναι ο θνητός, ο σαρκικός, ο φθαρτός άνθρωπος, που «σπείρεται» γεννιέται από χοϊκό πατέρα και μητέρα, ενώ ο νέος άνθρωπος είναι ο πνευματικός, ο άφθαρτος, που γεννιέται μέσα στον χοϊκό από τον επουράνιο Ιησού που είναι πνεύμα ζωοποιούν.

 «Το γεννημένον εκ της σαρκός είναι σαρξ και το γεννημένον εκ του πνεύματος είναι πνεύμα». [Ιωάν. 3:6]

Η υπόσχεση λοιπόν στον Αβραάμ ήταν δήλωση που έθετε σε εκκίνηση το μεγαλειώδες και ασύλληπτο για την ανθρώπινη διάνοια σχέδιο της αγάπης του Θεού, για την ζωοποίηση  δια Ιησού Χριστού, του πνευματικά νεκρού λόγω της αμαρτίας ανθρώπου και αυτό γίνεται μέσω της πίστης.

 

Βιβλικές μαρτυρίες

«Ο δε Ιησούς είπε προς αυτόν· Ακολούθει μοι και άφες τους νεκρούς να θάψωσι τους εαυτών νεκρούς». [Ματθ. 8:22]

 

«Διότι ούτος ο υιός μου νεκρός ήτο και ανέζησε και απολωλώς ήτο και ευρέθη. Και ήρχισαν να ευφραίνωνται». [Λουκ. 15:24, Ι Τιμ. 6:19, Ι Κορ. 15:42-49, Ιωάν. 3:6]

«Διά τούτο λέγει· Σηκώθητι ο κοιμώμενος και ανάστηθι εκ των νεκρών, και θέλει σε φωτίσει ο Χριστός». [Εφεσ. 5:14]

  

 Παύλος προς Φήλικα: «Περί αναστάσεως νεκρών εγώ κρίνομαι σήμερον από σας». [Πράξ. 24:21β]

«Και ενώ ήμεθα νεκροί διά τα αμαρτήματα, εζωοποίησεν ημάς μετά του Χριστού, κατά χάριν είσθε σεσωσμένοι και συνανέστησε και συνεκάθισεν εν τοις επουρανίοις διά Ιησού Χριστού». [Εφεσ. 2:5-6]

 

Η περιτομή ως σημείο

 

Η περιτομή ήταν σημείο, σφραγίδα που επιβεβαίωνε την εκ πίστεως δικαίωση και ζωοποίηση για όλα τα έθνη. Ο δε Αβραάμ σύμφωνα με την επαγγελία θα ήταν πατέρας της πίστεως, όλων των πιστών είτε είχαν περιτομή είτε όχι. Η περιτομή λοιπόν δεν ήταν καινοτομία για τους Εβραίους που θα τους έκανε ιδιαίτερους ή ανώτερους από άλλα έθνη, αλλά ήταν σημείο για να τους υπενθυμίζει την επαγγελία του Θεού προς τον Αβραάμ «περί ζωοποιήσεως των νεκρών», εξ’ άλλου η περιτομή ήταν ήδη σε χρήση πριν τον Αβραάμ από Αιγύπτιους, Αιθίοπες, Σύριους και άλλους. [Ηροδ. Ιστ. Β΄, 104:2]

 

«Τις λοιπόν η υπεροχή του Ιουδαίου, ή τις η ωφέλεια της περιτομής; Πολλή κατά πάντα τρόπον. Πρώτον μεν διότι εις τους Ιουδαίους ενεπιστεύθησαν τα λόγια του Θεού. Επειδή αν τινές δεν επίστευσαν, τι εκ τούτου; μήπως η απιστία αυτών θέλει καταργήσει την πίστιν του Θεού;». [Ρωμ. 3:1-3]

 

Η εκπλήρωση της επαγγελίας κατήργησε την περιτομή.  Απευθυνόμενος ο Παύλος στους απ’ αρχής πιστεύσαντας ιουδαίους χριστιανούς γράφει:

 

«Ιδού, εγώ ο Παύλος σας λέγω ότι εάν περιτέμνησθε, ο Χριστός δεν θέλει σας ωφελήσει ουδέν». [Γαλ. 5:2]

 

«Προσέχετε τους κύνας, προσέχετε τους κακούς εργάτας, προσέχετε την κατατομήν· διότι ημείς είμεθα η περιτομή, οι λατρεύοντες τον Θεόν εν Πνεύματι και καυχώμενοι εις τον Χριστόν Ιησούν και μη έχοντες την πεποίθησιν εν τη σαρκί». [Φιλ. 3:2-3]

 

 

Η διδαχή του χριστιανισμού για τον αληθινό Ιουδαίο

 

«Ουδέ διότι είναι σπέρμα του Αβραάμ, διά τούτο είναι πάντες τέκνα, αλλ' Εν τω Ισαάκ θέλει κληθή εις σε σπέρμα. Τουτέστι, τα τέκνα της σαρκός ταύτα δεν είναι τέκνα Θεού, αλλά τα τέκνα της επαγγελίας  λογίζονται διά σπέρμα». [Ρωμ. 9:7-8]

 

«Διότι Ιουδαίος δεν είναι ο εν τω φανερώ Ιουδαίος, ουδέ περιτομή η εν τω φανερώ η γινομένη εν σαρκί, αλλ' Ιουδαίος είναι ο εν τω κρυπτώ Ιουδαίος, και περιτομή η της καρδίας κατά πνεύμα, ουχί κατά γράμμα, του οποίου ο έπαινος είναι ουχί εξ ανθρώπων, αλλ' εκ του Θεού». [Ρωμ. 2:28-29]

 

«Σκληροτράχηλοι και απερίτμητοι την καρδίαν και τα ώτα, σεις πάντοτε αντιφέρεσθε κατά του Πνεύματος του Αγίου καθώς οι πατέρες σας, ούτω και σεις». [Πράξ. 7:51]

 

 

Το ίδιο δίδασκε και ο βιβλικός Ιουδαϊσμός υποσχόμενος νέο πνευματικό, ζωντανό όχι νεκρό, άνθρωπο

 

«Προς τίνα θέλω λαλήσει και διαμαρτυρηθή, διά να ακούσωσιν; ιδού, το ωτίον αυτών είναι απερίτμητον και δεν δύνανται να ακούσωσιν· ιδού, ο λόγος του Κυρίου είναι προς αυτούς όνειδος δεν ηδύνονται εις αυτόν». [Ιερ. 6:10]

 

«Κλίνατε το ωτίον σας και έλθετε προς εμέ· ακούσατε και η ψυχή σας θέλει ζήσει· και θέλω κάμει προς εσάς αιώνιον διαθήκην, τα ελέη του Δαβίδ τα πιστά». [Ησ. 55:3, βλ. και Πρ. 13:26-41]

 

 «Πας οίκος Ισραήλ απερίτμητος την καρδίαν». [Ιερ. 9:26β]

 

«Περιτμήθητε τω θεώ υμών και περιτέμνεσθε την σκληροκαρδίαν υμών άνδρες Ιούδα και οι κατοικούντες Ιερουσαλήμ». [Ιερ. 4:4, Δευτ. 10:17]

 

«Και θέλει περιτέμει Κύριος ο Θεός σου την καρδίαν σου και την καρδίαν του σπέρματός σου, διά να αγαπάς Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου, διά να ζης». [Δευτ. 30:6]

 

«Και δώσω αυτοίς καρδίαν ετέραν και πνεύμα καινόν [= νέο] δώσω εν αυτοίς και εκσπάσω την καρδίαν την λιθίνην εκ της σαρκός αυτών και δώσω αυτοίς καρδίαν σαρκίνην, όπως εν τοις προστάγμασιν μου πορεύωνται και τα δικαιώματά μου φυλάσσωνται και ποιώσιν αυτά και έσονται μοι εις λαόν και εγώ έσομαι αυτοίς εις Θεόν». [Ιεζ. 11:19-20 Ο΄]

 

 

Ο βιβλικός ιουδαϊσμός ήταν θρησκεία που προσδοκούσε επουράνια αγαθά

 

«Ουκ εκλείψει άρχων εξ’ Ιούδα και ηγούμενος εκ των μηρών αυτού έως αν έλθη τα αποκείμενα αυτώ [οι φυλαγμένες γι’ αυτόν εξουσίες] και αυτός προσδοκία εθνών». [Γέν. 49:10, Ο΄]

 

«Επληρώθη ο καιρός και επλησίασεν η βασιλεία του Θεού· μετανοείτε και πιστεύετε εις το ευαγγέλιον». [Μάρκ. 1:15]

 

«Και ιδού, ήτο άνθρωπός τις εν Ιερουσαλήμ, ονομαζόμενος Συμεών, και ο άνθρωπος ούτος ήτο δίκαιος και ευλαβής, προσμένων την παρηγοριά του Ισραήλ και Πνεύμα Άγιον ήτο επ' αυτόν». [Λουκ. 2:25]

 

«Διότι οι πονηρευόμενοι θέλουσιν εξολοθρευθή· οι δε προσμένοντες τον Κύριον, ούτοι θέλουσι κληρονομήσει την γην». [Ψαλμ. 37:9]

 

«Αντιλαβού μου κατά το λόγιόν σου και ζήσομαι και μη καταισχύνης με από της προσδοκίας μου». [Ψαλμ. 118:116 Ο΄]

 

«Και τώρα παρίσταμαι κρινόμενος διά την ελπίδα της επαγγελίας της γενομένης υπό του Θεού προς τους πατέρας ημών, εις την οποίαν το δωδεκάφυλον ημών γένος, λατρεύον εκτενώς τον Θεόν νύκτα και ημέραν, ελπίζει να καταντήση, περί ταύτης της ελπίδος εγκαλούμαι, βασιλεύ Αγρίππα, υπό των Ιουδαίων. Τι απίστευτον κρίνεται εις εσάς, ότι ο Θεός ανιστά νεκρούς;». [Πράξ. 26:6-8]

 

 

Η σκηνή του μαρτυρίου και τα σκεύη της ήταν τύπος της  επουράνιας σκηνής

 

«Και ποιήσεις μοι αγίασμα [= αγιαστήριο, ναό] και οφθήσομαι εν υμίν [θα εμφανίζομαι εις εσάς] και ποιήσεις μοι κατά πάντα όσα εγώ σοι δεικνύω εν τω όρει το παράδειγμα της σκηνής και το παράδειγμα πάντων των σκευών αυτής ούτω ποιήσεις». [Εξ. 25:8-9, Ο΄]

 

Ο Θεός ποτέ δεν άφησε τον εαυτό του αμαρτύρητο, ανά τους αιώνες φανερώνει και αποδεικνύει την μία υπόστασή του και την Δεσποτεία του με στοιχεία και αποδείξεις.

 

«Ναβουχοδονόσορ βασιλεύς πάσι τοις έθνεσι ……….. και νυν υποδείξω υμίν τας πράξεις ας εποίησε μετ’ εμού ο Θεός ο μέγας έδοξε δε μοι αποδείξαι υμίν και τοις σοφισταίς υμών ότι έστι Θεός ….». [Δαν. 4:37c  Ο΄]

 

«Οστις εν ταις παρελθούσαις γενεαίς αφήκε πάντα τα έθνη να περιπατώσιν εν ταις οδοίς αυτών, καίτοι δεν αφήκεν αμαρτύρητον εαυτόν αγαθαποιών, δίδων εις ημάς ουρανόθεν βροχάς και καιρούς καρποφόρους, γεμίζων τροφής και ευφροσύνης τας καρδίας ημών». [Πράξ. 14:16-17]

 

Η εκλογή του Ισραήλ και τα όσα υπέδειξε σε αυτόν να κάνει ο ένας και μόνος αληθινός  Θεός, είχαν προφητική και υποσχόμενη γνώση που αφορούσε τον εαυτό του Θεού, την ζωή. Η γέννηση του Ιησού Χριστού, που είναι η Ζωή, ο θάνατος του και η ανάστασή του εκπλήρωσαν αυτόν τον σκοπό [Ιωάν. 5:26, 11:25].

 

«Αύτη δε είναι η αιώνιος ζωή, το να γνωρίζωσι σε τον μόνον αληθινόν Θεόν και τον οποίον απέστειλας Ιησούν Χριστόν». [Ιωάν. 17:3]

 

«Διότι ο Θεός ο ειπών να λάμψη φως εκ του σκότους, είναι όστις έλαμψεν εν ταις καρδίαις ημών προς φωτισμόν της γνώσεως της δόξης του Θεού διά του προσώπου του Ιησού Χριστού». [ΙΙ Κορ. 4:6]

 

 

Η σκηνή του μαρτυρίου, αλλιώς αγιαστήριο «το άγιον το κοσμικόν» [Εβρ. 9:1], ήταν η φορητή, επίγεια και χειροποίητη σκηνή των Εβραίων, ο ισχυρότερος θεσμός της εβραϊκής κοινωνίας και του ιουδαϊσμού.  Ήταν δε τύπος του αληθινού επουράνιου, αχειροποίητου κατοικητηρίου του Θεού. Κατασκευάστηκε από τον Μωυσή καθ’ υπόδειξη του Θεού, με γήινα υλικά με σπουδαιότερο σκεύος την κιβωτό του μαρτυρίου στα άγια των αγίων, όπου και η παρουσία του Θεού. Ο Μωσαϊκός νόμος και η κατασκευή και λειτουργία της σκηνής, ήταν υπόδειγμα και σκιά των επουρανίων αγαθών με διατάξεις και αποδεικτικά στοιχεία που αφενός  οριοθετούσαν και νομιμοποιούσαν τον βιβλικό ιουδαϊσμό, αφετέρου φανέρωναν την αγάπη του Θεού και την πρόθεση του να ευλογήσει όλα τα έθνη δια Ιησού Χριστού.

 

«Και συ εισακούση εκ του ουρανού εξ ετοίμου κατοικητηρίου σου και ποιήσεις  πάντα όσα αν επικαλέσηται σε ο αλλότριος όπως γνώσιν πάντες οι λαοί το όνομά σου και φοβώνται σε καθώς ο λαός σου Ισραήλ και γνώσιν ότι το όνομά σου επικέκληται επί τον οίκον τούτον ον ωκοδόμησα». [Ι Βασ. 8:43, 49, Ο΄]

 

«Εις νόμος θέλει είσθαι διά σας τους εκ της συναγωγής και διά τον ξένον τον παροικούντα μεταξύ σας, νόμιμον αιώνιον εις τας γενεάς σας· καθώς σεις, ούτω θέλει είσθαι και ο ξένος ενώπιον του Κυρίου». [Αρ. 15:15]

 

«Ή των Ιουδαίων μόνον είναι ο Θεός; Ουχί δε και των εθνών; Ναι, και των εθνών».  [Ρωμ. 3:29]

 

«Οίτινες [ιερείς] λειτουργούσιν εις υπόδειγμα και σκιάν των επουρανίων, καθώς ελαλήθη προς τον Μωϋσήν ότε έμελλε να κατασκευάση την σκηνήν· διότι Πρόσεχε, λέγει, να κάμης πάντα κατά τον τύπον τον δειχθέντα εις σε εν τω όρει». [Εβρ. 8:5]

 

«Διότι ο νόμος, έχων σκιάν των μελλόντων αγαθών, ουχί αυτήν την εικόνα των πραγμάτων, δεν δύναταί ποτέ διά των αυτών θυσιών, τας οποίας προσφέρουσι κατ' ενιαυτόν πάντοτε, να τελειοποιήση τους προσερχομένους». [Εβρ. 10:1]

 

 

Η διάταξη της σκηνής του μαρτυρίου, για τους χοϊκούς λατρευτές

 

Ο κοσμικός, χειροποίητος ναός αποτελούνταν από την πρώτη σκηνή όπου εισέρχονταν οι ιερείς οι εκτελούντες τις λατρείες και την δεύτερη σκηνή όπου ήταν η κιβωτός του μαρτυρίου και εισέρχονταν μόνος του ο αρχιερέας με προσφορά αίματος  ζώων «υπέρ εαυτού και των εξ αγνοίας αμαρτημάτων του λαού». Ανάμεσα στις δύο σκηνές υπήρχε χώρισμα, το καταπέτασμα. Όσο καιρό υπήρχε και λειτουργούσε η πρώτη σκηνή ήταν δηλωτικό του Αγίου Πνεύματος, ότι δεν είχε φανερωθεί ακόμα η οδός που οδηγούσε στα Άγια των Αγίων, καθώς λειτουργούσε με θυσίες ζώων, προσφορές, τροφές και  ποτά που ήταν σαρκικές διατάξεις και ήταν παραβολή έως του καιρού που θα ερχόταν η αληθινή επουράνια σκηνή. (Εβρ. 9:6-10)

 

Η χειροποίητη εκ της γης, κοσμική, κατασκευή και οι σαρκικές διατάξεις της σκηνής του μαρτυρίου, προϋπέθεταν αντιστοίχως θνητούς, γήινους λατρευτές και λειτουργούς και έτσι είναι καταγραμμένο στην εβραϊκή βίβλο.

 

Ο χοϊκός άνθρωπος

 

«Και έπλασεν ο Θεός τον άνθρωπον χουν από της γης και ενεφύσησεν εις το πρόσωπον αυτού πνοή ζωής και εγένετο ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν». [Γέν. 2:7, Ο΄]

 

«Και νυν κύριε Πατήρ ημών συ, ημείς δε πηλός έργον των χειρών σου πάντες». [Ησ. 64:7, Ο΄]

 

«Αι χείρές σου με έκαμαν και με έπλασαν· συνέτισόν με, και θέλω μάθει τα προστάγματά σου». [Ψαλ. 119:73]

 

«Ενθυμήθητι, δέομαι, ότι ως πηλόν με έκαμες· και εις χώμα θέλεις με επιστρέψει». [Ιώβ 10:9]

 

Πνεύμα ο Θεός

 

Ο Θεός όμως είναι Πνεύμα και αιώνιος, δεν δύναται να λογισθεί ως πηλός, η εκτέλεση λοιπόν της πρόθεσης του «ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα ημετέραν και καθ’ ομοίωσιν» απαιτούσε  επουράνιο, αιώνιο, πνευματικό  άνθρωπο και όχι χοϊκό εκ της γης [Ιωάν. 4:24].

 

Ο χοϊκός Αδάμ (= άνθρωπος) ήταν «κατ’ εικόνα Θεού», «τύπος του μέλλοντος». (Ρωμ. 5:14)

 

Ο Θεός στην δημιουργική δράση του, εποίησε τον άνθρωπο εκ της γης «κατ’ εικόνα Θεού» δίνοντας του ψυχικό σώμα και όχι πνευματικό σώμα, διότι τον έπλασε δεν τον γέννησε, κατηγοριοποιώντας τον έτσι ως «πρώτο άνθρωπο» και ως «τύπο του μέλλοντος». Από την αρχή λοιπόν της δημιουργίας του χοϊκού ανθρώπου, ο νέος πνευματικός άνθρωπος ήταν ο προσδοκώμενος, η «καινή κτίσις». Ο γεννηθείς υιός του Θεού, ο επουράνιος Ιησούς Χριστός, «είναι εικών του Θεού του αοράτου», ο λόγος της ζωής και ως «πνεύμα  ζωοποιούν», εκπληρώνει αυτήν την προσδοκία γεννώντας μέσα στον χοϊκό άνθρωπο τον πνευματικό άνθρωπο που δεν δύναται να αμαρτάνει, αντίθετα με τον χοϊκό που δεν δύναται να μην αμαρτάνει και γι΄αυτό δεν αρέσει εις τον Θεό.

 

«Όσοι δε είναι της σαρκός δεν δύνανται να αρέσωσιν εις τον Θεόν». [Ρωμ. 8:8]

 

«Πας όστις εγεννήθη εκ του Θεού αμαρτίαν δεν πράττει, διότι σπέρμα αυτού μένει εν αυτώ· και δεν δύναται να αμαρτάνη, διότι εγεννήθη εκ του Θεού». [Ι Ιωάν. 3:9]

 

«Λέγω λοιπόν, Περιπατείτε κατά το Πνεύμα και δεν θέλετε εκπληροί την επιθυμίαν της σαρκός. Διότι η σαρξ επιθυμεί εναντία του Πνεύματος, το δε Πνεύμα εναντία της σαρκός· ταύτα δε αντίκεινται προς άλληλα, ώστε εκείνα, τα οποία θέλετε, να μη πράττητε. Αλλ' εάν οδηγήσθε υπό του Πνεύματος, δεν είσθε υπό νόμον». (Γαλ. 5:16-18)

 

 

Δύο άνθρωποι διαφορετικής προέλευσης

 

Αναφέρονται λοιπόν δύο διαφορετικοί άνθρωποι ως «εικόνα Θεού». Ο πρώτος άνθρωπος είναι ο «εκ της γης» εις τον οποίο ο Θεός ενεφύσησε πνοή ζωής, και τον έκανε σύμφωνα με εικόνα Θεού, «κατ’ εικόνα Θεού», «τύπο του μέλλοντος», δηλαδή κατά την εικόνα  που θα φανερωνόταν ο Θεός «ο Θεός εφανερώθη εν σαρκί» και που είναι ο άνθρωπος Ιησούς Χριστός. [Ι Τιμ. 3:15]

 

«Και οφθήσεται η δόξα Κυρίου και όψεται πάσα σαρξ το σωτήριον του Θεού ότι Κύριος ελάλησε». [Ησ. 40:5]

 

«Και ο Λόγος έγεινε σαρξ και κατώκησε μεταξύ ημών, και είδομεν την δόξαν αυτού, δόξαν ως μονογενούς παρά του Πατρός, πλήρης χάριτος και αληθείας». [Ιωάν. 1:14]

 

Ο δεύτερος λοιπόν άνθρωπος είναι ο «εξ’ ουρανού Ιησούς», που γεννήθηκε από το Πνεύμα το άγιο και αυτός είναι η φανέρωση του Θεού «εν σαρκί», «εικών [μορφή] του Θεού του αοράτου, πρωτότοκος πάσης κτίσεως». [Κολ. 1:15].

 

 σ.σ. Πρωτότοκος  της νέας πνευματικής κτίσεως, όχι της κοσμικής.

 

«Ώστε  ει τις εν Χριστώ, καινή κτίσις. Τα αρχαία παρήλθεν, ιδού γέγονεν καινά [νέα]». [ΙΙ Κορ. 5:17]

 

«Διότι εν Χριστώ Ιησού ούτε περιτομή ισχύει τι ούτε ακροβυστία, αλλά νέα κτίσις». [Γαλ. 6:15]

 

 

Ο αόρατος λοιπόν Θεός έγινε ορατός ως άνθρωπος Ιησούς και ο πρώτος άνθρωπος ο «εκ της γης» είναι η εικόνα, ο τύπος, αυτού του ανθρώπου, που είναι «ο αληθινός Θεός και ζωή αιώνιος» ο Ιησούς Χριστός.  [Ιωάν. 1:18, Κολ. 1:15, Ρωμ. 5:14, Ι Ιωάν. 5:20]

 

«Ούτως είναι και γεγραμμένον· Ο πρώτος άνθρωπος Αδάμ έγεινεν εις ψυχήν ζώσαν· ο έσχατος Αδάμ εις πνεύμα ζωοποιούν. Πλην ουχί πρώτον το πνευματικόν, αλλά το ζωϊκόν [ψυχικόν] έπειτα το πνευματικόν. Ο πρώτος άνθρωπος είναι εκ της γης χοϊκός, ο δεύτερος άνθρωπος ο Κύριος εξ ουρανού. Οποίος ο χοϊκός, τοιούτοι και οι χοϊκοί, και οποίος ο επουράνιος, τοιούτοι και οι επουράνιοι και καθώς εφορέσαμεν την εικόνα του χοϊκού, θέλομεν φορέσει και την εικόνα του επουρανίου». [Ι Κορ. 15:45-49]

 

«Μη ψεύδεσθε εις αλλήλους, αφού απεξεδύθητε τον παλαιόν άνθρωπον μετά των πράξεων αυτού και ενεδύθητε τον νέον, τον ανακαινιζόμενον εις επίγνωσιν κατά την εικόνα του κτίσαντος αυτόν». [Κολ. 3:9-10]

 

Η κοινωνία με τον επουράνιο Ιησού είναι κοινωνία με το άγιο Πνεύμα

 

Ο Θεός καλεί τον άνθρωπο σε κοινωνία με τον Ιησού Χριστό που είναι το φως η αλήθεια και η ζωή.

 

 «Πιστός ο Θεός δι’ ου εκλήθητε εις κοινωνίαν του υιού αυτού Ιησού Χριστού του Κυρίου ημών». (Ι Κορ. 1:9)

 

Ο Ιησούς είναι επουράνιος και είναι «Πνεύμα ζωοποιούν», η κοινωνία με τον Ιησού είναι κοινωνία με το άγιο Πνεύμα.

 

«Η χάρις του Κυρίου Ιησού Χριστού και η αγάπη του Θεού και η κοινωνία του αγίου Πνεύματος είη μετά πάντων υμών· αμήν». [ΙΙ Κορ. 13:14]

 

«Ο δε Κύριος είναι το Πνεύμα και όπου είναι το Πνεύμα του Κυρίου, εκεί ελευθερία». [ΙΙ Κορ. 3:17]

 

«Οίδα γαρ ότι τούτο μοι αποβήσεται εις σωτηρίαν δια της υμών δεήσεως και επιχορηγίας του πνεύματος Ιησού Χριστού». [Φιλ. 1:19]

 

Οι εκπληρωμένες επαγγελίες του Θεού αποσκοπούν εις το να γίνει ο πνευματικός άνθρωπος κοινωνός θείας φύσεως καθώς είναι και η φύση του Ιησού Χριστού.

 

«Διά των οποίων εδωρήθησαν εις ημάς αι μέγισται και τίμιαι επαγγελίαι, ίνα διά τούτων γείνητε κοινωνοί θείας φύσεως, αποφυγόντες την εν τω κόσμω υπάρχουσαν διά της επιθυμίας διαφθοράν». [ΙΙ Πέτρ. 1:4]

 

Οι φθαρτοί νεκροί λατρευτές και οι ζωοποιημένοι δια Ιησού λατρευτές

 

Ο χοϊκός άνθρωπος λάτρευε μέσα σε χοϊκό ναό, ο νέος πνευματικός άνθρωπος, ο «εν Χριστώ», λατρεύει τον ζωντανό εις τους αιώνες Θεό «εν πνεύματι και αληθεία» μέσα στον αληθινό πνευματικό Ναό που είναι το σώμα του Ιησού. Το σύνολον των ζωντανών εν Χριστώ λατρευτών είναι πνευματικό οικοδόμημα που «αυξάνεται εις ναόν άγιον εν Κυρίω».

 

«Απεκρίθη ο Ιησούς και είπε προς αυτούς· Χαλάσατε τον ναόν τούτον, και διά τριών ημερών θέλω εγείρει αυτόν. Και οι Ιουδαίοι είπον· Εις τεσσαράκοντα και εξ έτη ωκοδομήθη ο ναός ούτος, και συ θέλεις εγείρει αυτόν εις τρεις ημέρας; Εκείνος όμως έλεγε περί του ναού του σώματος αυτού». [Ιωάν. 2:19-21]

 

«……εν τω οποίω πάσα η οικοδομή συναρμολογουμένη αυξάνεται εις ναόν άγιον εν Κυρίω· εν τω οποίω και σεις συνοικοδομείσθε εις κατοικητήριον του Θεού διά του Πνεύματος». [Εφ. 2:21-22]

 

 

Η όλη σύνθεση λοιπόν του χειροποίητου κοσμικού ναού, με τους χοϊκούς φθαρτούς λατρευτές, ήταν τύπος που προεικόνιζε την λειτουργία του αληθινού επουράνιου Ναού, με τους ζωοποιημένους, αληθινούς «εν πνεύματι αγίω» προσκυνητές, και «λειτουργούσε έως καιρού διορθώσεως». [Εβρ. 9:10, Ιωάν. 4:23]

 

 

Αναιρεί το πρώτο, δια να στήση το δευτέρο

 

Πολλές φορές ο Θεός υπενθύμιζε μέσω των προφητών του ότι «δεν ευαρεστείτο» σε προσφορές και ολοκαυτώματα.

 

«Τίνα χρείαν έχω του πλήθους των θυσιών σας; λέγει Κύριος· κεχορτασμένος είμαι από ολοκαυτωμάτων κριών και από πάχους των σιτευτών και δεν ευαρεστούμαι εις αίμα ταύρων ή αρνίων ή τράγων». [Ησ. 1:11]

 

«Αφού είπεν ανωτέρω ότι θυσίαν και προσφοράν και ολοκαυτώματα και προσφοράς περί αμαρτίας δεν ηθέλησας ουδέ ευηρεστήθης εις αυτάς, αίτινες προσφέρονται κατά τον νόμον, τότε είπεν· Ιδού, έχω έρθει (ήκω) διά να κάμω, ω Θεέ, το θέλημά σου. Αναιρεί το πρώτον, διά να στήση (όχι συστήση) το δεύτερον». [Εβρ. 10:8-9]

 

«Διά τούτο εισερχόμενος εις τον κόσμον, λέγει· Θυσίαν και προσφοράν δεν ηθέλησας, αλλ' ητοίμασας εις εμέ σώμα». [Εβρ. 10:5, Ψαλμ. 39 (40):7 Ο΄ Έκδ. Αποσ. Διακ.]

 

 Αυτό είναι το επουράνιο σώμα του Ιησού  που παρέδωσε για χάρη μας «προσφορά και θυσία εις τον Θεό εις οσμή ευωδίας». [Εφεσ. 5:2]

 

 

Η αληθινή σκηνή είναι αχειροποίητος, είναι επουράνια

 

«Κεφάλαιον δε επί τοις λεγομένοις, τοιούτον έχομεν αρχιερέα, ος εκάθισεν εν δεξιά του θρόνου της μεγαλωσύνης εν τοις ουρανοίς, των αγίων λειτουργός και της σκηνής της αληθινής, ην έπηξεν [ = στερέωσε, έστησε] ο Κύριος, ουκ άνθρωπος». [Εβρ. 8:1-2]

 

«Χριστός δε παραγενόμενος [ελθών] αρχιερεύς των γενομένων [αυτών που ήρθαν] αγαθών δια της μείζονος και τελειοτέρας σκηνής ου χειροποιήτου τουτ’ έστιν ου ταύτης της κτίσεως [της κοσμικής, γήινης]». [Εβρ. 9:11] 

 

Ο Θεός λοιπόν αναίρεσε, ακύρωσε, το παλαιό και σύστησε, εισήγαγε, το νέο. Σε αυτό το νέο επουράνιο Ναό λατρεύουν από τότε οι ζωοποιημένοι δια Ιησού Χριστού, αληθινοί, πνευματικοί λατρευτές η «νέα κτίσις».

 

«Πλην έρχεται ώρα, και ήδη είναι, ότε οι αληθινοί προσκυνηταί θέλουσι προσκυνήσει τον Πατέρα εν πνεύματι και αληθεία· διότι ο Πατήρ τοιούτους ζητεί τους προσκυνούντας αυτόν. Ο Θεός είναι Πνεύμα, και οι προσκυνούντες αυτόν εν πνεύματι και αληθεία πρέπει να προσκυνώσι». [Ιωάν. 4:23-24]

 

«Έχοντες λοιπόν, αδελφοί, παρρησίαν να εισέλθωμεν εις τα άγια διά του αίματος του Ιησού, διά νέας και ζώσης οδού, την οποίαν καθιέρωσεν [ενεκαίνισεν] εις ημάς διά του καταπετάσματος, τουτέστι της σαρκός αυτού, και έχοντες ιερέα μέγαν επί τον οίκον του Θεού, ας πλησιάζωμεν μετά αληθινής καρδίας εν πληροφορία πίστεως, έχοντες τας καρδίας ημών κεκαθαρμένας από συνειδήσεως πονηράς και λελουμένοι το σώμα με ύδωρ καθαρόν· ας κρατώμεν την ομολογίαν της ελπίδος ασάλευτον· διότι πιστός ο υποσχεθείς». [Εβρ. 10:19-23]

 

 Τον θεσμό της επίγειας σκηνής της ιουδαϊκής κοινωνίας τον αντικατέστησε η επουράνια σκηνή με την νέα και ζωντανή οδό, που καθιερώθηκε μέσω του καταπετάσματος, δηλαδή με την σάρκα του Ιησού που κατέβηκε από τον ουρανό. Η νέα και ζωντανή οδός, οδηγεί τους ζωντανούς αληθινούς προσκυνητές στο εσωτερικό της αληθινής επουράνιας Σκηνής, όπου λατρεύουν τον Θεό «εν πνεύματι και αληθεία».

 

«Λέγει προς αυτόν ο Ιησούς· Εγώ είμαι η οδός και η αλήθεια και η ζωή· ουδείς έρχεται προς τον Πατέρα, ειμή δι' εμού». [Ιωάν. 14:6]

 

 

Η εκπλήρωση της επαγγελίας

 

Η επαγγελία λοιπόν προς τους πατέρες των Εβραίων και θεμελιωτές του Ιουδαϊκού μονοθεϊσμού  Αβραάμ, Ισαάκ, και Ιακώβ εκπληρώθηκε.

 

«Και ημείς ευαγγελιζόμεθα προς εσάς την γενομένην εις τους πατέρας επαγγελίαν, ότι ταύτην ο Θεός εξεπλήρωσεν εις τα τέκνα σας [τοις τέκνοις ημών], αναστήσας τον Ιησούν, ως είναι γεγραμμένον και εν τω ψαλμώ τω δευτέρω· Υιός μου είσαι συ, εγώ σήμερον σε εγέννησα». [Πράξ. 13:33]

 

«Είπε δε προς αυτούς· Ούτοι είναι οι λόγοι, τους οποίους ελάλησα προς υμάς ότε ήμην έτι μεθ' υμών, ότι πρέπει να πληρωθώσι πάντα τα γεγραμμένα εν τω νόμω του Μωϋσέως και προφήταις και ψαλμοίς περί εμού». [Λουκ. 24:44]

 

 Ο πρώιμος χριστιανισμός είναι η εκπλήρωση των γραπτών προσδοκιών του βιβλικού ιουδαϊσμού, που ολοκληρώθηκε. Ο βιβλικός ιουδαϊσμός αποχαρακτηρίστηκε ως θρησκεία προσδοκιών και ως θρησκεία των τύπων «το τέλος του νόμου ο Χριστός». Η έκχυση του Αγίου Πνεύματος την ημέρα της πεντηκοστής επιβεβαίωσε την ολοκλήρωση της εποχής του βιβλικού ιουδαϊσμού και του τυπικού του. Την σκυτάλη για την σωτηρία του ανθρώπου και την αληθινή γνώση και λατρεία του ενός Θεού την πήρε ο αληθινός πρώιμος χριστιανισμός  με εντολή, όχι να επιβληθεί η να κρατικοποιηθεί, αλλά:

 

«Να κηρυχθεί εις το όνομα του Ιησού Χριστού μετάνοια και άφεση αμαρτιών εις πάντα τα έθνη αρχής γινομένης από Ιερουσαλήμ». [Λουκ. 24:47]

 

«Έστω λοιπόν γνωστόν εις εσάς, άνδρες αδελφοί, ότι διά τούτου κηρύττεται προς εσάς άφεσις αμαρτιών. Και από πάντων, αφ' όσων δεν ηδυνήθητε διά του νόμου του Μωϋσέως να δικαιωθήτε, διά τούτου πας ο πιστεύων δικαιούται». [Πράξ. 13:38-39]

 

Καθώς οι επαγγελίες του Θεού στον Αβραάμ νομιμοποιούσαν τον σαρκικό   Ισραήλ και τον βιβλικό ιουδαϊσμό, έτσι και η εκπλήρωση αυτών των επαγγελιών από τον Θεό, νομιμοποιεί και καθιερώνει τον νέο πνευματικό Ισραήλ και τον γνήσιο πρώιμο χριστιανισμό.

 

«Επειδή εξ αυτού και δι' αυτού και εις αυτόν είναι τα πάντα. Αυτώ, η δόξα εις τους αιώνας. Αμήν». [Ρωμ. 11:36]

 

Αυτός ο αμιγής χριστιανισμός,  δεν χρειάζεται βεβαίως καμία κοσμική νομιμοποίηση  ούτε παντός είδους κοσμική επιβολή διότι βασίζεται στην βουλή του Θεού και στην αβίαστη θέληση του ανθρώπου «Εάν τις θέλει να έρθει οπίσω μου ……. [Ματθ. 16:24]», και είναι θεμέλιο του Θεού στερεό που έχει την εξής σφραγίδα:

 

 «Γνώρισε [έγνω] ο Κύριος τους όντας αυτού, και ας απομακρυνθή από της αδικίας πας όστις ονομάζει το όνομα του Κυρίου». [ ΙΙ Τιμ. 2:19]

 

Ο αγώνας των αποστόλων στην γνήσια αρχέγονη και πνευματικά, όχι σαρκικά, μαχόμενη  εκκλησία, ήταν να έρθουν οι πιστοί σε επίγνωση του «μυστηρίου του Θεού, Χριστού, εις τον οποίον είναι κρυμμένοι πάντες οι θησαυροί της σοφίας και της γνώσεως». [Κολ. 2:1-3 WH]

 

«Επειδή καθώς ο Πατήρ εγείρει τους νεκρούς και ζωοποιεί, ούτω και ο Υιός ούστινας θέλει ζωοποιεί. Επειδή ουδέ κρίνει ο Πατήρ ουδένα, αλλ' εις τον Υιόν έδωκε πάσαν την κρίσιν, διά να τιμώσι πάντες τον Υιόν καθώς τιμώσι τον Πατέρα. Ο μη τιμών τον Υιόν δεν τιμά τον Πατέρα τον πέμψαντα αυτόν». [Ιωάν. 5:21-23]

 

«Πας ο αρνούμενος τον Υιόν δεν έχει ουδέ τον Πατέρα. Όστις ομολογεί τον Υιόν έχει και τον Πατέρα». [Ι Ιωάν. 2:23]

 

«Λέγει προς αυτόν ο Ιησούς· Τόσον καιρόν είμαι μεθ' υμών, και δεν με εγνώρισας, Φίλιππε; όστις είδεν εμέ είδε τον Πατέρα· και πως συ λέγεις, Δείξον εις ημάς τον Πατέρα;». [Ιωάν. 14:9]

 

Ο κίνδυνος να ξέπεφταν από την αλήθεια  οι αδελφοί εν Χριστώ, πήγαζε από την ανθρώπινη αντιφατική και συγκρητιστική ελληνική  φιλοσοφία και από την προφορική παράδοση του φαρισαϊκού ιουδαϊσμού.

 

«Βλέπετε μη τις υμάς έσται ο συλαγωγών [= λεηλατών] δια της φιλοσοφίας και κενής απάτης κατά την παράδοσιν των ανθρώπων κατά τα στοιχεία του κόσμου και ου κατά Χριστόν, ότι εν αυτώ κατοικεί παν το πλήρωμα της θεότητος σωματικώς και έστε εν αυτώ πεπληρωμένοι, ος έστιν η κεφαλή πάσης αρχής και εξουσίας». [Κολ. 2:8-10]

 

«Διότι επειδή εν τη σοφία του Θεού ο κόσμος δεν εγνώρισε τον Θεόν διά της σοφίας, ηυδόκησεν ο Θεός διά της μωρίας του κηρύγματος να σώση τους πιστεύοντας». [Ι Κορ. 1:21]




Ο Ιησούς βασιλεύει! 




Μυθολογικά και Ουτοπικά Θρησκευτικά Ιδεώδη από την Ολοκλήρωση της Αποστολικής Διακονίας έως Σήμερα

αναρτήθηκε στις 21 Φεβ 2020, 12:02 μ.μ. από το χρήστη Βασίλειος Ζαφείρογλου   [ ενημερώθηκε 24 Μαρ 2020, 7:17 π.μ. ]

Συγγραφή: Ευάγγελος Δ. Κεπενές (Αθήνα, Φεβρουάριος 19, 2020, ώρα 23:59)

 

 

Προλεγόμενα

 

« Τιμόθεε, τν παρακαταθήκην φύλαξον, κτρεπόμενος τς βεβήλους κενοφωνίας κα ντιθέσεις τς ψευδωνύμου γνώσεως, ν τινες παγγελλόμενοι περ τν πίστιν στόχησαν.  χάρις μετ σου· μήν». (Α΄ Τιμ. 6:20-21)

 

Από αρχαιοτάτων χρόνων, η γέννηση και η εξέλιξη των θεογονικών και των κοσμογονικών μύθων (που ήταν το αποτέλεσμα  φιλοσοφικών σκέψεων, για την ερμηνεία της φύσης και την θέση του ανθρώπου σε αυτή) και των θρησκειών που πάντοτε διασυνδέονταν με εθνικούς σκοπούς, αποτέλεσαν και αποτελούν το σημαντικότερο παράγοντα διαμόρφωσης και εξέλιξης των πολιτισμών και της πολύπαθης ιστορίας του κόσμου.

Σύμφωνα με τους θρησκειολόγους, στην προϊστορία γεννήθηκε ο Ανιμισμός (θρησκευτική πίστη του ανθρώπου σε πνευματικές υπάρξεις που εμψυχώνουν την φύση, που οδήγησε στον πρωταρχικό φόβο των πνευμάτων των νεκρών). Ο Ανιμισμός δεν έπαυσε να ανιχνεύεται στον Σαμανισμό, σε θρησκείες, στις πεποιθήσεις της «Νέας Εποχής» (New Age) και στα τηλεοπτικά ή έντυπα παιδικά παραμύθια, όπου η ύλη έχει φωνή, ακούει, βλέπει, δακρύζει κ.ά.. Ακολούθησε ο Τοτεμισμός (η χειροποίητη κατασκευή, από τον μάγο της φυλής, ξυλόγλυπτης απεικόνισης ζώου ή φυτού, που θεωρούσαν ότι έχει ιερές ιδιότητες και προστάτευε την πατριά ή την φυλή) και η Προγονολατρεία (δυαλιστική πίστη, πως οι ψυχές/ζωές των προγόνων είναι αθάνατες πνευματικές οντότητες και μετά τον θάνατο του υλικού σώματος τους εξακολουθούν να προστατεύουν και να βοηθούν τους απογόνους τους).

Η αύξηση των πληθυσμών και η δημιουργία εθνών και κρατών, ανέδειξε  ιδιαίτερες ιερές θρησκευτικές δοξασίες, λαϊκά έθιμα, μουσικές και εικαστικές παραδόσεις και μυθικές ενώσεις γήινων εξουσιών με θεϊκές δυνάμεις, που απέβησαν χρήσιμες για την συνοχή των κοινωνιών και την πειθαρχεία τους στην εξουσία. Αποτέλεσμα ήταν να γεννηθούν πολλές θρησκείες και εξουσιαστικά ιερατεία, με ιδιαίτερο τρόπο εκλογής το καθένα[1], των οποίων οι λατρευτικές πρακτικές ήταν συνυφασμένες με την κοινωνική και δημόσια ζωή και ταυτίστηκαν με την έννοια της πατρίδας και του έθνους. Με βασικό θρησκευτικό ερέθισμα το άγνωστο και τον φόβο, η κάθε θρησκεία σύστηνε τον δικό της προστάτη και θαυματουργό θεό ή θεούς, είχε την δική της κοσμοθέαση και ερμηνεία για την ανθρώπινη ζωή και την προέκτασή της μετά θάνατο, έχοντας όμως παράλληλα και ομοιότητες, λόγω κοινών ριζών, από την αλληλεπίδραση των πολιτισμών και την ανέκαθεν τάση των προσήλυτων να προσαρμόζουν την νέα τους πίστη στην υπάρχουσα παλαιά.

Στην αρχαία Μεσοποταμία, οι Σουμέριοι ανέπτυξαν ένα πολύπλοκο πολυθεϊστικό θρησκευτικό σύστημα με διάφορες θηλυκές και αρσενικές θεότητες και δαίμονες και ποικίλες κοσμοθεωρίες. Στην κάθε πόλη-κράτος των Σουμερίων, ο βασιλιάς της ήταν «ο αντικαταστάτης του θεού επί γης» (πατέσι ή ισάκ) με υπερεξουσίες[2]. Την πόλη προστάτευε ο πολιούχος της και του κατασκεύαζαν οικία-ναό (Ziggurat) που ήταν υψηλή ογκώδης κατασκευή με μορφή βαθμιδωτής πυραμίδας. Η κατασκευή αυτή απεικόνιζε την έμφυτη ανάγκη του χοϊκού ανθρώπου να συνδεθεί με το Θείο. Στην γη των Σουμερίων κατοίκησαν οι Χαλδαίοι που ανέπτυξαν την επιστήμη της αστρονομίας και των μαθηματικών, τη μαγεία, τη μαντεία και ανέδειξαν την Βαβυλώνα κοιτίδα της αρχαίας σοφίας. Για τους Χαλδαίους, τα άστρα ήταν αυτόβουλες θεϊκές οντότητες που επιδρούσαν στη ζωή των ανθρώπων οι οποίοι μέσω θεουργιών μπορούσαν να εκπληρώσουν τις επιθυμίες τους (Αστρολογία). Στο (Δανιήλ 2:2) οι Χαλδαίοι αναφέρονται ως μάγοι φαρμακευτές και επαοιδοί (= οι ενεργούντες  μάγια με ψαλμωδίες).

Οι δοξασίες αυτές μαζί με τον περσικό Ζωροαστρισμό ή Μαζδαϊσμό (οι χρονολογικές απόψεις γέννησής του διίστανται) και την εμφάνιση τον 6ο αι π.Χ., του Κομφουκιανισμού στην Κίνα, του Ορφισμού στην Ελλάδα και του Βουδισμού στην Ινδία, διαμόρφωσαν και την ιστορία των εθνών.

Με την αιχμαλωσία του δεκάφυλου βασιλείου του Ισραήλ από τους Ασσύριους το 752 π.Χ. και την Βαβυλωνιακή αιχμαλωσία του δίφυλου βασιλείου του Ιούδα το 586 π.Χ., ολοκληρώθηκε και η διασπορά στα έθνη των απογόνων του Άβραμ, που καταγόταν από την Ουρ των Χαλδαίων, των οποίων ο ιστορικός μονοθεϊστικός βιβλικός Ιουδαϊσμός, ήταν ο πρόδρομος της αρχέγονης γνήσιας Εκκλησίας του Ιησού Χριστού.

Η γέννηση της Εκκλησίας του Χριστού «τις στν τ σμα ατο, τ πλήρωμα το τ πάντα ν πσιν πληρουμένου» (Εφ. 1:23 δεν ήταν αποτέλεσμα ανθρώπινης εξελισσόμενης  θρησκείας, αλλά ήταν το αποτέλεσμα της εκπλήρωσης των βιβλικών επαγγελιών και των τύπων του βιβλικού Ιουδαϊσμού δια του Ιησού Χριστού, που δόθηκαν από τον Ένα Αληθινό, εξωσυμπαντικό Θεό, μέσω των Εβραίων προφητών Του. Μέσα δε από την εκκλησία έγινε γνωστό εις τις αρχές και τις εξουσίες στα επουράνια η πολυποίκιλος σοφία του Θεού.

 

«να γνωρισθ νν τας ρχας κα τας ξουσίαις ν τος πουρανίοις δι τς κκλησίας  πολυποίκιλος σοφία το θεο, κατ πρόθεσιν τν αώνων ν ποίησεν ν τ Χριστ ησο τ κυρί μν». (Εφ. 3:10-11)

 

Η ιδρυθείσα εκκλησία του ζωντανού Θεού, δεν ήταν προσχέδιο μιας ατελούς θρησκείας ή ενός φιλοσοφικού συστήματος, το οποίο παρέδωσε ο Θεός στους «πατέρες - φιλόσοφους» της Ορθοδοξίας, για να το διαμορφώσουν τυπολατρικά, να το αποκρυσταλλώσουν δογματικά και να το εδραιώσουν οικουμενικά με θεσμικό εξαναγκασμό, καταπατώντας το «ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν … ». Η εκκλησία του Θεού ήταν και είναι «ο στύλος και το εδραίωμα (= στερέωμα / βάση) της αληθείας» την οποία απέκτησε ο Κύριος και Θεός για τον εαυτό Του, με το δικό Του τίμιο αίμα, για να εξαγγείλει τις αρετές Του.

«Λαόν ον περιποιησάμην τας αρετάς μου διηγείσθαι». (Ησ. 43:21, Ο΄)

Σε αυτούς, που το Πνεύμα το Άγιο έθεσε επισκόπους στην πρώτη εκκλησία (και όχι σε θρησκευόμενους επαγγελματίες ή αυτόκλητους επισκόπους) ο απόστολος Παύλος είπε:

«Προσέχετε ον αυτος κα παντ τ ποιμνί, ν  μς τ Πνεμα τ γιον θετο πισκόπους, ποιμαίνειν τν κκλησίαν το Κυρίου κα Θεον περιεποιήσατο δι το δίου αματος». (Πράξ. 20:28 GR/Orthodox)


«Υμες δ γένος κλεκτόν, βασίλειον εράτευμα, θνος γιον, λας ες περιποίησινπως τς ρετς ξαγγείλητε το κ σκότους μς καλέσαντος ες τ θαυμαστν ατο φς· ο ποτε ο λαός, νν δ λας Θεο, ο οκ λεημένοι, νν δ λεηθέντες». (Α΄ Πέτρου προς Εβραίους 2:9-10. Βλέπε και Ωσηέ κεφ. α΄)


Περιεποιήσατο είναι μέση φωνή, αόριστος, ενικός του ρήματος περιποιώ = διαφυλάττω δι’ εαυτόν//σώζω δι’ εαυτόν//αποκτώ δι’ εαυτόν//λαμβάνω τι εις την κατοχήν μου. (Λεξ. Σταματάκου)


Η «αδιάκοπη αποστολική διαδοχή» των θρησκευόμενων επαγγελματιών επισκόπων, που επικαλείται το Ορθόδοξο μυστικιστικό θρησκευτικό σύστημα, δεν αναγνωρίζει την ολοκλήρωση του αυθεντικού αποστολικού έργου. Όμως η εκκλησιαστική γραμματεία και οι ιστορικοί της ύστερης αρχαιότητος αναδεικνύουν με πιστότητα την απουσία νέων αποστόλων, με το κύρος και την δράση των Αποστόλων της Πρώτης Εκκλησίας. Αυτή η διαπίστωση είναι η μεγαλύτερη απόδειξη ότι το μοναδικό  έργο του Θεού για την σωτηρία των ανθρώπων, μέσω του Ιησού Χριστού, εκπληρώθηκε στην γενεά των έγκριτων Αποστόλων. Εμείς καλούμαστε απλά να το πιστεύουμε και να αναπαυόμαστε σε αυτό δοξάζοντες τον βιβλικό Ιησού και εξαγγέλλοντες τις αρετές Του, που είναι να διάγουμε ενάρετο βίο. Αγαπώντας δε και συγχωρώντας αλλήλους και διδάσκοντες και διδασκόμενοι με την αλήθεια του Θεού, αποδεικνύουμε ότι είμαστε αληθινά πνευματικά τέκνα Του που μάχονται για την ειρήνη με όπλο την αγάπη και σημαία τον Λυτρωτή και Αληθινό Θεό Ιησού.

 

«Οδαμεν δ τι  υἱὸς το θεο κει κα δέδωκεν μν διάνοιαν να γινώσκομεν τν ληθινόν, κα σμεν ν τ ληθιν ν τ υἱῷ ατο ησο Χριστοτός στιν  ληθινς θες κα ζω αώνιος». (Α΄ Ιωάν. 5:20)

 

Έκτοτε, οι ατελείωτες επεξηγηματικές αναλύσεις για τον «φιλοσοφικό Ιησού» ανέδειξαν την συγγένειά του με τον μυθικό «Αιώνα Ιησού» των Γνωστικών και την διαφορετικότητά του από τον «βιβλικό Ιησού». Οι δε συνοδικές αποφάσεις των φιλόσοφων «πατέρων» που διάβαζαν τα κείμενα των Προφητών και των Αποστόλων με μπούσουλα τις διδαχές της ελληνικής Φιλοσοφίας και Μυθολογίας, σκοπό είχαν να αντικρούσουν άλλες «παρεκκλίνουσες» από την «πατερική σκέψη» θρησκευτικές εκδοχέςγεννήματα του συγκρητισμού των χρόνων εκείνων.

Στο διάβα του χρόνου, οι εκκλησιαστικές μεταρρυθμίσεις και η συνεχής ίδρυση νέων εκκλησιών, με φιλόδοξες αποικιοκρατικές βλέψεις και απόλυτες δογματικές πεποιθήσεις, το μόνο που πέτυχαν ήταν να εκθρέψουν την αντιπαλότητα, την θεολογική αλαζονεία, την μισαλλοδοξία, την κενοδοξία και να γεννήσουν ποταμούς αίματος μη κατανοώντας τις ρήσεις του Ιησού.

  

«Απόστρεψον τν μάχαιραν σου ες τν τόπον ατς· πάντες γρ ο λαβόντες μάχαιραν ν μαχαίρ πολονται». (Ματθ. 26:62)

                                                                                            

Το παλαιό ουδέποτε έπαψε να υπάρχει.                                                                                                                                Τα σημερινά χριστιανικά δόγματα και εκκλησίες που έχουν διαμορφώσει και το σύγχρονο παρακμάζοντα Δυτικό πολιτισμό, είναι διασκευές και προσαρμογές παλαιών μεταποστολικών μίξεων, ιουδαιοχριστιανικών,  γνωστικών, ανατολικών, αστρολογικών, μυθικών και άλλων θρησκευτικών εκδοχών, που ο χρόνος μετέφερε ή αναζωπύρωσε. Θυμίζουν δε έντονα τις διαμάχες και τις αντεγκλήσεις των ολίγων αρχαίων φιλοσόφων (πολυποίκιλη ελληνική σκέψη) εκ των οποίων μερικοί σύρθηκαν σε «δίκες ασεβείας» από το σύγχρονό τους θεοκρατικό κατεστημένο, όπως ο Αναξαγόρας, ο Σωκράτης κ.ά., διώχθηκαν και δολοφονήθηκαν, όπως ο Ελεάτης Ζήνων, οι Πυθαγόρειοι κ.ά., των οποίων όμως οι θεογονικές και κοσμογονικές θεωρίες, απέτυχαν να δώσουν στους μαθητές τους την γνώση του αληθινού Θεού και ορθές απαντήσεις στις υπαρξιακές και μεταθανάτιες αναζητήσεις τους, θέση που αποτυπώνεται με σαφήνεια σε επιστολή του Παύλου προς Κορινθίους.

« ….. ουκ έγνω ο κόσμος δια της σοφίας τον Θεόν». (Α΄ Κορ. 1:21)

Η εναντίωση αυτή διατυπώνεται στην Π. Διαθήκη και για τους Εβραίους.

 

«Ταύτα Κυρίω ανταποδίδετε ούτω λαός μωρός και ουχί σοφός ουκ αυτός σου Πατήρ εκτήσατο σε και εποίησεν σε και έκτισέν σε». (Δευτ. 32:6)

 

«Ησχνθησαν σοφο κα πτοθησαν κα ἑάλωσαν (= έπεσαν, κυριεύθησαν) τι τν λγον κυρου πεδοκμασαν σοφα τς στιν ν ατος». (Ιερ. 8:9)

 

Οι λεκτικές αυτές εναντιώσεις στην «σοφία» των ανθρώπων, δεν αναφέρονταν στα ερευνητικά /επιστημονικά επιτεύγματα της αρχαίας διανόησης. Αυτό το έπραξαν αργότερα, ενίοτε και με χρήση ένοπλης νομοθετημένης βίας (βλ. Υπατία), οι εκφραστές του «Καθολικού Ρωμαϊκού Χριστιανισμού», όπως ο Αφρικανός ρήτορας, πρώην Μανιχαίος, Αυγουστίνοςτου οποίου η άποψη για τα μαθηματικά ήταν η εξής:

 

«Ο καλός χριστιανός πρέπει να προφυλάγεται από τους μαθηματικούς και όλους εκείνους που κάνουν κενές προφητείες. Ήδη υπάρχει ο κίνδυνος οι μαθηματικοί να έχουν κάνει συμβόλαιο με τον διάβολο για συσκοτίσουν το πνεύμα και να περιορίσουν τους ανθρώπους στα δεσμά της κολάσεως»[3].

 

Στις εθνικές «χριστιανικές» εκκλησίες και στις παραφυάδες τους, κάθε λόγος για τον Δημιουργό Θεό και το τετελεσμένο έργο Του για την σωτηρία του ανθρώπου, είναι ελλιπής χωρίς αναφορά στο τέλος του κόσμου. Έχοντας δε διασκευάσει ανώφελες και απαρχαιωμένες ιουδαϊκές τυπολατρίες και επικαλούμενες γνωστικές σοφιστείες, λαϊκές παραδόσεις και θεσμικά επιβεβλημένες, μεταποστολικές, φιλοσοφικές συνοδικές αποφάσεις, υπόσχονται την λύτρωση μέσω αυτών. Διαφημίζουν δε την Παντοδυναμία του Πανάγαθου Θεού, που θα την αποδείξει εξαλείφοντας την ανθρωπότητα και τον κακό υλικό κόσμο, μέσω της εκπύρωσης, καταδικάζοντας τις αθάνατες ψυχές των απίστων σε ακατάπαυστα βασανιστήρια. Είναι αυτοί που μυωπάζοντες κινδυνολογούν, αρνούμενοι να βιώσουν τον καρπό του ολοκληρωμένου και Αιώνιου έργου της σταύρωσης και της ανάστασης του μοναδικού Λυτρωτή και Σωτήρα Ιησού Χριστού, τον οποίον αποδέχονται, σύμφωνα όμως με τα καταστατικά τους.

« γρ καρπς το φωτς ν πάσ γαθωσύν κα δικαιοσύν κα ληθεί». (Εφ. 5:9)

 

 

Οι Εγκεκριμένοι Ιουδαίοι Απόστολοι έλαβαν Θεϊκή Εντολή και τελείωσαν με επιτυχία την Αποστολή τους

 

«Εκείνοι δε εξελθόντες εκήρυξαν πανταχούσυνεργούντος του Κυρίου και βεβαιούντος το κήρυγμα διά των επακολουθούντων θαυμάτων. Αμήν». (Μάρκ. 16:20)

 

Το τέλος του μοναδικού και ανεπανάληπτου αποστολικού έργου[4]στην διάρκεια του οποίου «ο Θεός συνεπεμαρτύρει με σημεία και τέρατα και με διάφορα θαύματα και με διανομάς του Αγίου Πνεύματος κατά την θέλησιν αυτού» και η καταστροφή της κάτω Ιερουσαλήμ και του επίγειου Ναού της, με τα τυπολογικά του στοιχεία το 70 μ.Χ., τα οποία αντικαταστάθηκαν με την άνω Ιερουσαλήμ και τον επουράνιο Ναό τηςσφράγισαν την εκπλήρωση των Μεσσιανικών Προφητειών, που είχαν πανανθρώπινη και οικουμενική διάσταση και την ολοκλήρωση/το τέλος του βιβλικού Ιουδαϊσμού. (Εβρ. 2:4, 12:22, Γαλ. 4:25-26, Αποκ. 21:2, 22),

«Και θέλει κηρυχθή τούτο το ευαγγέλιον της βασιλείας εν όλη τη οικουμένη προς μαρτυρίαν εις πάντα τα έθνη, και τότε θέλει ελθεί το τέλος». (Ματθ. 24:14)

 

Ο Ιησούς προειδοποιούσε τους Ιουδαίους μαθητές Του για την επικείμενη καταστροφή του επίγειου Ναού της Ιερουσαλήμ και το τέλος του Μωσαϊκού Νόμου και όχι για το τέλος του υπάρχοντος, κακού, κατά τους Γνωστικούς, ορατού αισθητού κόσμου. Για την αρχέγονη εκκλησία ήταν επικείμενα («εν τάχει»), α) η Παρουσία του Κυρίου Ιησού με τη Δόξα του Πατέρα («έρχομαι ταχύ»), β) η καταστροφή (κατάλυση) με φωτιά, του ορατού επίγειου Ναού και των στοιχείων τα οποία τον συνιστούσαν που ήταν οι τύποι των αόρατων επουρανίων «στοιχεία δ καυσούμενα  λυθήσεται» και γ) η κρίση των ασεβών Ιουδαίων που πότισαν με το αίμα των Προφητών, των Αγίων και των Αποστόλων το χώμα της Αγίας γης «γη και τα εν αυτή έργα ευρεθήσεται», όπως είχε μαρτυρήσει και ο Ιερεμίας στο σαρκικό λαό Ισραήλ, την «καρποφόρον άμπελον» του Κυρίου: «εν ταις χερσίν σου ευρέθησαν αίματα ψυχών αθώων … ». (2:34,  LXX)

 

Για τους εν ζωή τυπολάτρες και ασεβείς εκ των Ιουδαίων των χρόνων εκείνων που απέρριπταν «το Σωτήριον του Θεού» που είδε ο Συμεών με τα μάτια του, η ημέρα του Κυρίου Ιησού θα ερχόταν ως «κλέπτης εν νυκτί». (Λουκ. 2:30, Α΄ Θεσ. 5:2-6, Ιούδας 1:15)

 

Η Οικονομία του Μυστηρίου                                                                                                                                                                 «Η οικονομία του μυστηρίου του αποκεκρυμμένου από των αιώνων εν τω Θεώ τω τα πάντα κτίσαντι», που δεν είχε γνωστοποιηθεί στις προηγούμενες γενεές  [να είναι δηλαδή οι Εθνικοί κατά σάρκα (τα θηρία) συγκληρονόμοι και σύσσωμοι και συμμέτοχοι της επαγγελίας της ζωής, με το δωδεκάφυλο έθνος του Ισραήλ (τα πρόβατα)], τελικά αποκαλύφτηκε δια Πνεύματος Αγίου, μέσω του κηρύγματος  των Αποστόλων, στην εκκλησία του Ιησού Χριστού. (Εφ. Κεφ. 2,  3:9, Ρωμ. 16:25-27, Κολ. 1:21-28)

«Και ελθών εκήρυξεν ευαγγέλιον ειρήνης εις εσάς τους μακράν (κατά σάρκα Εθνικοί) και εις τους πλησίον (δωδεκάφυλο Ισραήλ), διότι δι' αυτού (του Ιησού Χριστού) έχομεν αμφότεροι την είσοδον προς τον Πατέρα δι' ενός Πνεύματος». (Εφ. 2:17-18)

Το κοσμοϊστορικό αυτό γεγονός που ήταν το Αιώνιο ευαγγέλιο της Σωτηρίας, το «ες πάντα τ θνη γνωρισθέντος», ανέτρεψε εκ θεμελίων άπαξ και δια παντός, το σύγχρονο του εβραϊκό εθνικισμό (Σιωνισμό), τις πανάρχαιες εβραϊκές και άλλες εθνικές απόκρυφες ή μεταφυσικές κοσμοθεωρήσεις και θεογονικές και ανθρωπογονικές πεποιθήσεις (Καμπάλα, Ζωροαστρισμό, Γνωστικισμό, Πλατωνισμό, Ερμητισμό). Επίσης ανέτρεψε κάθε αρχαία θρησκευτική δοξασία, που ήταν προϊόν ανθρώπινης ερμηνείας και λογικής και ανίσχυρη να σταθεί μπροστά στην δύναμη του ευαγγελίου του Ιησού Χριστού, του οποίου το μήνυμα ήταν:

Η Βασιλεία των ουρανών, συνεπώς ο θρίαμβος και η κυριαρχία Του επί των επουρανίων πονηρών δυνάμεων, των αγγέλων, των αρχών και των εξουσιών.                                                                                                                                                     Η γνώση του Αληθινού Θεού, της Μίας Αρχής και η «εν Πνεύματι Αγίω» λατρεία Του.                                                              Η έμπρακτη αγάπη προς τον πλησίον.                                                                                                                                                     Η κοινωνική δικαιοσύνη.                                                                                                                                                                              Η δωρεά της αθανασίας, μέσω της σταύρωσης και της ανάστασης Του, για τους Ιουδαίους και τους κατά σάρκα Εθνικούς, υπό προϋποθέσεις. (Εφ. 1:2, Κολ. 2:15, Α΄ Πέτρ. 3:22, Ιωάν. 1:18, 13:34, 3:14, Α΄ Ιωάν. 5:20)                                   Η επικείμενη Παρουσία Του με τη Δόξα του Πατέρα και Κρίση Του για το αίμα των Προφητών, των Αγίων και των Αποστόλων που χύθηκε στην Ιερουσαλήμ από το θεοκρατικό της σύστημα. (Ματ. 23:29-31, Αποκ. 16:5-6)                               Το τέλος/ολοκλήρωση του αιώνα του βιβλικού Ιουδαϊσμού και του τυπικού του                                                                                                                                            

 Η Βασιλεία του Ιησού Χριστού δεν ήταν από τούτο τον κόσμο                                                                                         Ο Ιησούς Χριστός δεν νίκησε την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, ή άλλη, ανθρώπινη βασιλεία, με σκοπό να γίνει ο ρυθμιστής των πολιτικών και στρατηγικών της εξελίξεων και των θρησκευτικών της μεταρρυθμίσεων. Η Επουράνια Βασιλεία Του δεσπόζει στον ουρανό και στην γη και δεν απειλείται, από τις ηττημένες και κατηργημένες πονηρές πνευματικές εξουσίες και τους νικημένους κοσμοκράτορες του σκότους, ούτε από τα εμπόλεμα, ουτοπικά φιλοσοφικό - θρησκευτικά συστήματα των ανθρώπων. (Ματθ. 28:28, Εβρ. 2:14, Ψαλμ. 8:2, Α΄ Χρον. 29:12)

«Απεκρίθη ο Ιησούς· Η βασιλεία η εμή δεν είναι εκ του κόσμου τούτου· εάν η βασιλεία η εμή ήτο εκ του κόσμου τούτου, οι υπηρέται μου ήθελον αγωνίζεσθαι, διά να μη παραδωθώ εις τους Ιουδαίους· τώρα δε η βασιλεία η εμή δεν είναι εντεύθεν». (Ιωάν. 18:36)

 

«Ερωτηθείς δε υπό των Φαρισαίων, πότε έρχεται η βασιλεία του Θεού, απεκρίθη προς αυτούς και είπε· Δεν έρχεται η βασιλεία του Θεού ούτως ώστε να παρατηρήται· ουδέ θέλουσιν ειπεί· Ιδού, εδώ είναι, ή Ιδού εκεί· διότι ιδού, η βασιλεία του Θεού είναι εντός υμών». (Λουκ. 17:20-21)

 

Η ζωή νίκησε τον θάνατο

« … φανερωθείσαν δε τώρα (η χάρις) διά της επιφανείας του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, όστις κατήργησε μεν τον θάνατον, έφερε δε εις φως την ζωήν και την αφθαρσίαν διά του ευαγγελίου». (Απόστολος Παύλος, Β΄ Τιμ. 1:10)

 

Ο απεσταλμένος από τον Θεό, Ιησούς [αραμαϊκά (Γεσούα), εβραϊκά (Γεχοσούα) που σημαίνει «ο Θεός είναι σωτηρία»]ήταν η ίδια η Ζωή που φανερώθηκε, για να νικήσει και να καταργήσει τον θάνατο, ο οποίος είχε βασιλεύσει εξ αιτίας της παραβάσεως του πρώτου χοϊκού ανθρώπου. Όσοι θνητοί, εκ του δωδεκάφυλου Ισραήλ και από τους κατά σάρκα Εθνικούς, έλαβαν τον αναστημένο Ιησού, τον έσχατο, δεύτερο άνθρωπο που ήταν εξ ουρανού, έλαβαν την Ζωή, ζωοποιήθηκαν με αυτόν, έγιναν αθάνατοι / αιώνιοι, έγιναν πνευματικά τέκνα του Θεού και αποκάλεσαν τον Ιησού «Εμμανουήλ», που σημαίνει «Μεθ΄ημών ο Θεός», αναγνωρίζοντας Τον έτσι ως τον Ένα Ζώντα και Αληθινό Θεό, την Μία Αρχή, που δίνει ζωή(Ματθ. 1:23, Α΄Ιωάν. 1:2,  5:20, Α΄ Κορ. 15:45-47, Γαλ. 6:1, Κολ. 2:13, Α΄ Τιμ. 6:19 WH)

«Ο γρ ρτος το θεο στιν  καταβαίνων κ το ορανο κα ζων διδος τ κόσμ». (Ιωάν. 6:33)

Ο Ιησούς  λοιπόν ήταν «ο Άρτος της Ζωής», «ο Αίρων» την αμαρτία του κόσμου, ο Νικητής του θανάτου και ο Δωρητής της Ζωής. (Ιωάν. 1:29,  6:33, 10:10)

Ήταν ο Εξαγοραστής των Εβραίων, εκ της κατάρας του Μωσαϊκού Νόμου, ώστε να έλθει και στα έθνη η ευλογία του Αβραάμ. (Γαλ. 3:13-14)

Ήταν Αυτός που απογύμνωσε τις αρχές και τις εξουσίες στα επουράνια και κατήργησε τον έχοντα το κράτος του θανάτου, δηλαδή τον διάβολο, τον πνευματικό πονηρό άρχοντα, του κόσμου τούτου. (Κολ. 2:15Εβρ. 2:14, Εφ. 2:2, Ιωάν. 16:33)

Ήταν Αυτός, που έκανε την Παλιγγενεσία. (Ματθ. 19:28, Τιτ. 3:5)

Ήταν ο Λόγος της Ζωής, που γέννησε τη Νέα, τη Ζωντανή Κτίση, η οποία δεν είναι πλέον σαρκική, αλλά είναι πνευματική και αιώνια «καθ΄ εικόνα και καθ΄ ομοίωση» του Πατέρας της.

«Εξ ιδίας αυτού θελήσεως εγέννησεν (απεκύησεν) ημάς (ο Θεός) διά του λόγου της αληθείας, διά να ήμεθα ημείς απαρχή τις των κτισμάτων αυτού». (Ιάκωβος προς Εβραίους 1:18)

 

«Ώστε ει τις εν Χριστώ, καινή κτίσις, τα αρχαία παρήλθεν, ιδού γέγονεν καινά». (Β΄ Κορ. 5:17)


Το έργο που επετέλεσε ο Τελειωτής του Νόμου και ο Νικητής της βασιλείας του θανάτου και του διαβόλου, ο Ιησούς / η Ζωή, δεν εξελίσσεται, ούτε αναβαθμίζεται, ούτε μεταβάλλεται, ούτε χρειάζεται κάποια μεταρρύθμιση η δογματική αποκρυστάλλωση ή  θρησκειοποίηση. Ο δε Νικητής παραμένει πάντοτε Νικητής, χτες και σήμερα και εις τους αιώνες και δεν αναμένεται επαναληπτική αναμέτρηση (ρεβάνς) με τις δυνάμεις του σκότους. (Ρωμ. 5:17, 10:4,  Εβρ. 13:8)

 

 Οι θρησκείες εξελίσσονται                                                                                                                                                                       Αντιθέτως τα ποικίλα νεκρά, θρησκευτικά συστήματα, εξελισσόντουσαν και διαμορφωνόντουσαν σύμφωνα με το οικονομικό, πολιτικό, κοινωνικό και πολιτιστικό τους περιβάλλον και από την μεταξύ τους αλληλεπίδραση και αφομοίωση με στοιχεία άλλων θρησκειών. Το αυτό δε θα πράττουν πάντοτε, παράγοντας συνεχώς νέες θρησκευτικές αποχρώσεις μη δυνάμενες να διαφωτίσουν ή να ζωοποιήσουν. Εξ αυτών, τα επικρατέστερα συμμαχούσαν με την κοσμική εξουσία, ενίοτε και την εξασκούσαν, μεταβαλλόμενα έτσι σε ολοκληρωτικά θρησκευτικοπολιτικά συστήματα.

Αυτό συνέβαινε και συμβαίνει, διότι οι θρησκείες εξυπηρετούν φιλοδοξίες επίγειων συμφερόντων, εθνικών, προσωπικών, ή συντεχνιακών, με πρόφαση το θέλημα του Θεού και ουτοπικά θρησκευτικά ιδεώδη, όπως ότι ο επίγειος χαμένος παράδεισος θα ανακτηθεί με την έλευση του Μεσσία που θα εγκαθιδρύσει μια χιλιετή ειρηνική βασιλεία επί της γης ή ότι θα έρθει η επίγεια βασιλεία του σαρκικού «Ισραήλ» ή ότι θα αναβιώσει το «χριστιανικό» Βυζάντιο ή ότι θα έρθει η επίγεια βασιλεία του Ισλάμ ή η επίγεια βασιλεία του ιστορικού Αντίχριστου ή ότι επίκειται το τέλος της ιστορίας και άλλα φαιδρά.

Δημιουργώντας δε οι θρησκείες κατάλληλες δομές εξουσίας με ευκαιρίες καριέρας και κινδυνολογώντας προς εκφοβισμό (Αντίχριστος, αιώνια κόλαση,  αρπαγή εκκλησίας, συντέλεια του κόσμου) χειραγωγούν την πνευματική ελευθερία των αδαών θρησκευόμενων, αδρανοποιώντας τους την ικανότητα της κριτικής σκέψης και καθιστώντας τους θρησκόληπτους, οπαδούς κερκίδας και παθητικούς δέκτες μυθοπλασιών.

 

Οι αντιδράσεις στη δράση του Ιησού και των Αποστόλων                                                                                                  Η ειρήνη «Pax Romana» που επετεύχθη στρατιωτικά από τον Καίσαρα Αύγουστο, συνέβαλε στην οικονομική και κοινωνική σταθερότητα της πολυεθνικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Καθώς θεωρούσαν όλα τα ειδωλολατρικά κράτη, έτσι και για τους Ρωμαίους πολιτικούς, η συνέχεια της ρωμαϊκής ισχύος, εξαρτιόταν, από την θρησκευτική αφοσίωση στα σεβάσματά της, ιδιαίτερα δε στο πρόσωπο του «θεϊκού υιού του θεού» Καίσαρα (το επώνυμο του μονάρχη Ιουλίου Καίσαρα είχε υιοθετηθεί ως βασιλικός τίτλος) και της «Αιώνιας Ρώμης».  Όποιος δε έλεγε εαυτόν βασιλέα, θεωρείτο εχθρός της Ρώμης και θανατώνονταν.  

Το τελευταίο, ήταν και η αιτία σταύρωσης του Ιησού, του οποίου η θανατική ετυμηγορία δεν ήταν θρησκευτική, διότι «Πατέρα εαυτού έλεγε τον Θεόν, ίσον με τον Θεόν κάμνων εαυτόν (Ιωάν. 5:18)», αλλά πολιτική, διότι «Πας όστις κάμνει εαυτόν βασιλέα αντιλέγει εις τον Καίσαρα» σύμφωνα με το δόλιο κατηγορητήριο των Ιουδαίων. (Ιωάν. 19:12)

 

« θες τν πατέρων μν γειρεν ησον ν μες διεχειρίσασθε κρεμάσαντες π ξύλου». (Πράξ. 5:30)

 Όμως ο λόγος της καταστροφής της Ιερουσαλήμ και του επίγειου Ναού της,  ως αποτέλεσμα της αποτυχημένης επανάστασης των Ιουδαίων εθνικιστών / Ζηλωτών, που νόμιζαν ότι θα εξέλθουν νικητές λόγω της εκλεκτής βιολογικής καταγωγής τους, ήταν πολιτικός, διότι αρνούνταν την ρωμαϊκή κατοχή και θρησκευτικός, διότι όσοι δεν προσκυνούσαν την εικόνα του Αυτοκράτορα και της Αιώνιας Ρώμης θανατώνονταν. Βλέπε: «Τα θηρία της αποκάλυψης».

 Ωστόσο, οι συνέπειες της «Pax Romana» (εφαρμογή του Ρωμαϊκού Δίκαιου, κοινή γλώσσα, οδικό και θαλάσσιο δίκτυο, κοινό νόμισμα), ήταν ευνοϊκές για την πραγματοποίηση πάσης φύσεως αποστολών και την διακίνηση αγαθών και ιδεών. Επιπροσθέτως, η οργάνωση των εβραϊκών συναγωγών στα έθνη, διευκόλυνε την διάδοση του θείου μηνύματος, που ένωσε τους διασπαρμένους εκλεκτούς, από το δεκάφυλο οίκο Ισραήλ και από το δίφυλο οίκο Ιούδα, κάτω από το Αρχηγό της Ζωής Ιησού, ένωση, που εκπλήρωσε την προφητεία του Ωσηέ και αποτέλεσε την μήτρα των πρώτων Εβραίων μαθητών (απαρχή). (Ωσηέ 1:9-11, Α΄ Πέτρ. 2:10, Ιωάν. 11:51-52)

Το κήρυγμα των εκλεγμένων Ιουδαίων Αποστόλων, που είπαν όσα είδαν και όσα άκουσαν από τον Ιησού και «όχι μύθους σοφιστικούς ακολουθήσαντες», είχε δύο μέτωπα αντίστασης και αντίδρασης. Πρώτα ήρθε αντιμέτωπο με την εβραϊκή, δαυϊδική, εθνικιστική πίστη (Φαρισαϊκός Ιουδαϊσμός) και την απόκρυφη ιουδαϊκή παράδοση (Καμπάλα), που αντιπροσώπευαν ισχυρές ιουδαϊκές σέχτες και με Ιουδαίους μάγους (Πράξ. 13:6). Κατόπιν δια του Αποστόλου Παύλου και των συνεργατών του, ήρθε αντιμέτωπο με την κατά τόπους, εθνική θρησκευτική πίστη, με μορφές αποκρυφισμού και μαγείας και με την τότε διαδεδομένη ελληνική αντιφατική σκέψη και την Μυθολογία.

Τα μέτωπα αυτά αντιμετωπίστηκαν, από τους εντολοδόχους του Ιησού και υπηρέτες του Λόγου, όχι με αυτοκρατορικούς απειλητικούς νόμους (έδικτα) ούτε με ένοπλη βία, αλλά με κήρυγμα και διδαχή και με ενέργειες Πνεύματος Αγίου[5]. Οι δε αντιδράσεις και οι επιβουλές των εναντίων, καθώς και οι βιβλικές παρεκκλίσεις και οι θεολογικές επιμιξίες, που προκλήθηκαν εκ των προσερχόμενων στην πίστη του Ιησού, με σιωνιστικό, καμπαλιστικό ή μυθολογικό παγανιστικό ιστορικό, υπήρξαν ισχυρές και ποικίλες.

Έτσι, όσοι Ιουδαίοι πιστοί (Ιουδαιοχριστιανοί), ήταν ζηλωτές του Νόμου και των πατρώων παραδόσεων (Πράξ. 21:20), έφεραν μέσα στις νεοσύστατες ιουδαϊκές χριστιανικές κοινότητες, σιωνιστικές αντιλήψεις, παλαιοδιαθηκικές πρακτικές και ιουδαϊκούς απόκρυφους μύθους. Ομοίως και οι Εθνικοί πιστοί (Εθνικοχριστιανοί) έφεραν τις δικές τους αρχαίες θρησκευτικές, μυθολογικές, αντιλήψεις και προκαταλήψεις, και απόκρυφες γνώσεις, τις οποίες και έμιξαν με την αποστολική Διδαχή, γεγονός, που εκτός, από την θεσμική επιβολή της «Ορθόδοξης» άποψης, συντέλεσε σε μεγάλο βαθμό στην εδραίωση του μεταλλαγμένου Χριστιανισμού στον εθνικό κόσμο, αφού οι Εθνικοί προσήλυτοι αναγνώριζαν κοινά στοιχεία πίστης.

Αποτέλεσμα αυτών των προσμίξεων ήταν να δημιουργηθούν νέες θρησκευτικές τάσεις και ρεύματα και να ιδρυθούν ανορθόδοξα και αντίπαλα θρησκευτικά μεσσιανικά προσωποπαγή κινήματα και εκκλησίες, που ονοματίσθηκαν, είτε από το όνομα του εκάστοτε ιδρυτή τους, που ως φορέας απελευθερωτικού μηνύματος ήταν αναμφισβήτητος, είτε από τον τόπο καταγωγής τους, είτε από τις πρακτικές τους.

Τα κινήματα αυτά, ήγειραν χρόνιες δογματικές διαμάχες, συχνά βίαιες, με την ισχυρότερη οικονομικά και υποστηριζόμενη, από την ελίτ της εξουσίας «Ορθόδοξη» φιλοσοφική μυστικιστική τάση, με αποτέλεσμα να περιθωριοποιηθούν ή να διωχθούν. Εκτός από τα πιστεύω τους, άλλοι λόγοι που διώχθηκαν, ήταν ότι κατάγγελλαν την αυθαιρεσία της εξουσίας και την πλεονεξία και ανηθικότητα των πλουσίων και του κλήρου. Όσοι επέζησαν από τους διωγμούς, μετακινήθηκαν σε άλλες περιοχές της Ανατολής ή όπου αλλού μπορούσαν να διασωθούν, με αποτέλεσμα να έρθουν σε επαφή με νέες δοξασίες και τοπικές κουλτούρες  και να παραχθούν και πάλι καινούργιες  θρησκευτικές μίξεις και σέχτες.

Τα περισσότερα από αυτά τα κινήματα, είχαν κοινό παρονομαστή πίστης σε διαρχικά συστήματα, στην αρνησικοσμία, σε μεσσιανικές αναμονές και στην προσδοκία της κυρίαρχης εμφάνισης του κακού (Αντίχριστος). Κατ΄ αυτούς η εμφάνιση του Αντίχριστου, θα σύρει τον Θεό α) στον «Τελικό» πόλεμο μεταξύ καλού και κακού[6] (εσχατολογικός πόλεμος των Υιών του Φωτός και των Υιών του Σκότους), β) στην «Κρίση» των ανθρώπων και γ) στην κατάταξή τους στον Παράδεισο ή στην Κόλαση (στον Παράδεισο των ύμνων ή στον Οίκο του ψεύδους κατά τους Ζωροάστρες). Έπειτα αναμένεται το «Τέλος» του υπάρχοντος αισθητού κόσμου, δια της εκπύρωσης  και η εμφάνιση νέου με την Θεϊκή Τάξη αποκατεστημένη.

Οι αντιλήψεις αυτές παρουσιάζουν τον Θεό, για τον οποίο ο ψαλμωδός ψέλνει «ς μεγαλνθη τ ργα σου κριε πντα ν σοφίᾳ ποησας», ως έναν πειραματιστή κοσμοποιητή, που κοπιάζει για να πετύχει την ιδανική κτίση και να σώσει τελικά τον Εαυτό Του.

 Οι περισσότερες, από αυτές τις εσχατολογικές φαντασιώσεις, απαντώνται και στην κοσμοθεωρία του περσικού Ζωροαστρισμούή Μαζδαϊσμού, με ιδρυτή τον Πέρση μάγο Ζαρατούστρα ή Ζωροάστρη και παραλλαγή τον Ζουρβανισμό[7]. Οι Ζωροάστρες πίστευαν σε ανταγωνιστικό δυϊσμό και εξελισσόμενοι επινόησαν την δική τους ιδιόμορφη τριάδα, [Ωρομάσδης ή Αχούρα Μάσδα (η ενσάρκωση του καλού) – Μίθρας (το καλό πνεύμα, θεός του φωτός, μεσίτης, σωτήρας, επόπτης και άρχων του κόσμου) και  Αριμάν (η ενσάρκωση του κακού), που συγγενεύει με τις τρις αρχέγονες Αρχές των Σηθιανών Γνωστικών, «Φως – Ανάσα (Πνεύμα)-Σκότος»[8].

Σε αντίθεση με κάποιες φιλοσοφικές τάσεις, όπως ο Πλατωνισμός, που δίδασκε ότι ο κόσμος είναι αΐδιος, όπως και το αρχέτυπό του, εσχατολογικές φαντασιώσεις απαντώνται και σε άλλες αρχαίες θρησκείες και δαιμονικούς χρησμούς (Σιβυλλικοί χρησμοί) και αναπαράγονται έως και σήμερα από διάφορες θρησκείες Δυτικές και Ανατολικές, αλλοιώνοντας έτσι την Παλαιοδιαθηκική και Καινοδιαθηκική κοσμοθεώρηση και θέτοντας την ανθρωπότητα σε αναμονή του τέλους της, μετατρέποντας το «εδώ και τώρα», μη προθεσμιακόαλλά αέναο μήνυμα της ζωής, του ευαγγελίου του Ιησού Χριστού, σε ουτοπία.

«Όστις πιστεύει εις τον Υιόν έχει ζωήν αιώνιον». (Ιωάν. 3:36)

«Κα τ λεος ατο ες γενες κα γενες τος φοβουμένοις ατόν». (Λουκ. 1:59)

 Σύμφωνα δε με τη δυναμική τους και τη χρησιμότητα τους, τα θρησκευτικά αυτά κινήματα έλαβαν και την ανάλογη πολιτική στήριξη, που καθόρισε την εδραίωση και την κατάταξη τους στο κοσμικό θρησκευτικό στερέωμα. Μέσα από αυτές τις υπόγειες ιστορικές διαδρομές της αλληλεπίδρασης και της θεσμικής ή εξωθεσμικής αλληλοεξόντωσης  (θρησκευτικοί πόλεμοι, διωγμοί) των σιωνιστικών, των γνωστικών, των ζωροαστρικών, των «ορθοδόξων», των μυθολογικών και άλλων θρησκευτικών κινημάτων, διαμορφώθηκε και το σύγχρονο μωσαϊκό των χριστιανικών δογμάτων και των εθνικών Εκκλησιών.

Όμως, οι εκφραστές αυτών, απέτυχαν να πείσουν την ανθρωπότητα, για την ύπαρξη μιας «Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας» και για τις σταθερές αλήθειες, ότι ο Θεός είναι αγάπη με οικουμενική  έννοια, ότι είναι Ένας (όχι δυαδικός ή τριαδικός ή τετραδικός κ.λπ.) και ότι είναι ο Δωρητής της Αιωνίου Ζωής, χωρίς την ανάγκη εκτέλεσης νεκρών τυπικών τελετουργιών ή θεουργιών και ύπαρξης θεσμοθετημένων και ιεραρχημένων, αμειβόμενων (επαγγελματικών) ή μη αμειβόμενων, ιερατείων.

«Ο Θεός είναι πνεύμα, και εκείνοι οπού τον προσκυνούσι κάμει χρεία να τον προσκυνούσι με πνεύμα και με αλήθεια». (Ιωάν. 4:24 Μετάφραση: Μάξιμου του Καλλιουπολίτου)

 

Ποιοι προσηλυτιζόντουσαν                                                                                                                                           Προσήλυτοι σε αυτά τα μυθολογικά και ουτοπικά θρησκευτικά κινήματα, γινόντουσαν και γίνονται, δια τους εξής λόγους: Απαιδευσία, άγνοια ή παρανόηση των εβραϊκών Γραφών, οικονομική ένδεια, κυβερνητική ή θρησκευτική καταπίεση, φιλοδοξία, μυστικιστική τάση, περιέργεια και φόβος για τα μέλλοντα, θρησκευτική προκατάληψη, ειδικές οικογενειακές ή κοινωνικές επιρροές, προσωποληψία, τυχοδιωκτισμός, πλουτισμός, φιληδονία (αντινομιστές) και άλλα παρόμοια τούτων.

Ιδιαιτέρως οι φτωχοί των χαμηλών κοινωνικών τάξεων ήταν επιρρεπέστεροι στο να αποδεχτούν και να ακολουθήσουν μεσσιανικούς και χιλιαστικούς θρύλους, διότι απέβλεπαν στην βελτίωση των υλικών συνθηκών διαβίωσης και σε ένα Παράδεισο επί της γης. Θέλοντας δε να επισπεύσουν την εκπλήρωση των ονειρικών τους προσδοκώμενων, κάποια κινήματα επηρεαζόμενα, από την απατηλή αποκαλυπτική οδηγία των προφητών ηγετών τους, μετατρέπονταν σε αναρχικά ένοπλα κινήματα που τον μεσαίωνα εξελίχτηκαν σε λαϊκές σταυροφορίες των φτωχών και εξαθλιωμένων. Έδρασαν είτε αυτόνομα, σφάζοντας απίστους και λεηλατώντας πλούσιους κληρικούς και ιδιώτες, είτε υπηρετώντας το θρησκευτικό ιμπεριαλισμό της «χριστιανικής» Δύσης, εντασσόμενοι στις επίσημες σταυροφορίες για την άλωση της «χριστιανικής» Ανατολής και την απελευθέρωση της Αγίας πόλης!!![9].

Όπως συμβαίνει και σήμερα, οι αυτοδιορισμένοι ταγοί και ιδρυτές των ανορθόδοξων αυτών προσωποπαγών κινημάτων, εκμεταλλευόμενοι τις σύγχρονές τους πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές και θρησκευτικές συγκυρίες, τα φυσικά φαινόμενα (σεισμοί, πλημμύρες, τσουνάμια, καύσωνες, θύελλες, εκλείψεις ουρανίων σωμάτων, πυρκαγιές κ.λπ.), τις επιδημίες, τις πολεμικές συρράξεις των ιμπεριαλιστών, τις επαναστάσεις των καταπιεσμένων και αδικουμένων τάξεων, την από πάντοτε έκλυση των ηθών (που κάποιοι και από αυτούς κρυφά ή φανερά εξασκούσαν) και τα λοιπά κοσμικά δρώμενα και τις διεθνείς προσωπικότητες, καλλιεργούσαν φοβικές κοινωνίες, που ήταν εύκολο να τις χειραγωγήσουν. Αναγγέλλοντας τους δε συνεχώς έναν ερχόμενο κακό παγκόσμιο ηγέτη (Αντίχριστος) και μια επικείμενη μακρόχρονη ειρηνική βασιλεία επί της γης, σηματοδοτούσαν το επερχόμενο τέλος της Ιστορίας[10].

Οι εξαπατημένοι προσήλυτοι πείθονταν, ότι θα ζούσαν τον Παράδεισο στην γη, ότι θα λύτρωναν την αθάνατη ψυχή τους που ήταν φυλακισμένη στο κακό γήινο σώμα τους (που παραμένει κύρια επιδίωξη του ασκητισμού/μοναχισμού με πλατωνικές καταβολές) και ότι θα γλύτωναν τον εσαεί βασανισμό, μετά τον φυσικό τους θάνατο (Κόλαση) που είναι ωφέλιμο διαχρονικό φοβικό ψέμα, που ενέπνευσε και τον ποιητή Δάντη (1308-1321), με παγανιστική προέλευση, προς αποτροπή εκτέλεσης της αμαρτίας, που όμως αντικαθιστά και ανατρέπει την χάρη και την δύναμη του Ιησού Χριστού[11]. Κυρίως δε τους καλλιεργούνταν η ψευδαίσθηση, ότι οι αποδεχόμενοι τις μεσάζουσες υπηρεσίες, των εκ Θεού εκλεγμένων ηγετών τους, θα κέρδιζαν την εύνοια του Υψίστου και θα γινόντουσαν  οι εκλεκτοί Του.

 

 

Παράθεση των Κυριότερων Μεταποστολικών Ουτοπικών θρησκευτικών Κινημάτων

 

«Ο γρ τοιοτοι ψευδαπόστολοιργάται δόλιοι μετασχηματιζόμενοι ες ποστόλους Χριστο». (Β΄ Κορ. 11:13)

 

 

Τα μεταποστολικά θρησκευτικά κινήματα, με εξωβιβλικές ερμηνείες και δοξασίες, βασισμένες ή επηρεασμένες από ζωροαστρικές, αστρολογικές, καμπαλιστικές, πλατωνικές και αποκρυφιστικές διαρχικές διδαχές που έπαιξαν ρόλο στην διαμόρφωση των σύγχρονων εκκλησιών και πολλών χριστιανικών δογμάτων, ήταν τουλάχιστον ογδόντα, σύμφωνα με τον εβραϊκής καταγωγής Επιφάνιο της αλεξανδρινής σχολής. Τα κυριότερα είναι:

 

Γνωστικοί. Ο όρος «Γνωστικισμός» είναι μεταγενέστερος και δηλώνει χριστιανίζουσα θρησκευτική τάση με πολλές διακλαδώσεις που συνδύαζε στοιχεία αποκρυφιστικά, ειδωλολατρικά, μυθολογικά, αστρολογικά, φιλοσοφικά και στοιχεία από την Π.Δ. και την Κ.Δ.. Οι οπαδοί της, οι «Γνωστικοί», ονόμαζαν εαυτούς («ομοουσίους» τω Θεώ), όρος που απαντάται στους Ορφικούς[12], στον Ερμητισμό και στο «Ορθόδοξο» εκκλησιαστικό μυστικιστικό σύστημα. Δηλωνόντουσαν γνήσιοι Χριστιανοί «εσμέν εξ απάντων ανθρώπων ημείς χριστιανοί μόνοι»[13] και ήταν σε αντιπαράθεση με τo μυστηριακό πνευματικό μονοπώλιο της «Καθολικής Εκκλησίας», αν και είχαν πολλά κοινά σε θεολογικό και τελετουργικό επίπεδο. Τα όσα είναι γνωστά περί της διδαχής τους και των πρακτικών τους προέρχονται κυρίως από αντιπάλους φιλοσόφους και συγγραφείς, όπως τον Ιππόλυτο Ρώμης, τον Κλήμη Αλεξάνδρειας, τον Ειρηναίο Λυώνος, τον Ωριγένη, τον Επιφάνιο, και από τα κείμενα της βιβλιοθήκης του Ναγκ Χαμαντί που ανακαλύφθηκαν στην περιοχή Χοινοβοσκίον της Αιγύπτου στα τέλη του 1940. Ο χρόνος εμφάνισης των διαφορετικών σχολών των Γνωστικών είναι ασαφής. Το βέβαιο είναι ότι η ψευδώνυμη γνώση τους που εκφραζότανε ή με απόλυτη εγκράτεια ή με άκρατη ακολασία, ήταν διαδεδομένη ανάμεσα στις τάξεις των πρώτων Ιουδαιοχριστιανών, με τους οποίους και συμποσίαζαν, γεγονός που μαρτυρεί ότι υπήρξε εβραϊκός Πρωτογνωστικισμός, με αντιλήψεις που προσέγγιζαν τα αρχαία αιγυπτιακά Ερμητικά Κείμενα και την ελληνική Μυθολογία. Αμφιλεγόμενη είναι η άποψη, ότι ίχνη Γνωστικισμού ανιχνεύονται στο ασκητικό μεσσιανικό κίνημα των Εσσαίων, που αυτοαποκαλούνταν «Υιοί του Δικαίου» και κατήγγελλαν την αυταρχική θρησκευτικοπολιτική ιουδαϊκή εξουσία.

 

Οι λατρευτικές πράξεις των Γνωστικών συνοδεύονταν από επικλήσεις πνευμάτων, άσματα με μουσική, προσευχές, δοξολογίες και εκστατικές ρήσεις (προφητείες, γλωσσολαλιά, ξόρκια).  Έχοντας σαφή επιρροή του ορφικού μοτίβου «είμαι παιδί της Γης και του έναστρου ουρανού, το γένος μου είναι ουράνιο» αναζητούσαν τρόπους να επιστρέψουν στον ουρανό, που πίστευαν ότι ήταν η καταγωγή τους. Αδιαφορούσαν για τα εγκόσμια και μη θέλοντας να παγιδέψουν και άλλους σε αυτόν τον ελαττωματικό κόσμο ασκούσαν την αγαμία, θεωρώντας ότι «το γαμείν και γεννάν από του σατανά είναι»[14]. Καταδίκαζαν την κρεοφαγία και την οινοποσία και επιδίδονταν στον ασκητισμό (στοιχεία που απαντώνται και στους Ορφικούς), τιμωρώντας έτσι την φυσική σάρκα, που τη θεωρούσαν φυλακή του πνεύματος και τη συνέδεαν με το κακό.

 

Κατά τον Πλάτωνα ο περιορισμός της αθάνατης ψυχής σε ένα σώμα είναι το ίδιο με φυλάκιση σε τάφο (= σήμα στην αρχαία) «τάφος γαρ έστι το σώμα της ψυχής» . Οι δε Ορφικοί σώμα εννοούσαν το νεκρό σώμα (το πτώμα) και το ζωντανό «δια το σώον (που δεν έχει υποστεί βλάβη) άμα συν αίματι Ον».

 

 

Αντίθετα, εκτός των μετριοπαθών, κάποιες τάξεις των Γνωστικών, οι «Αντιτάκτες», υποστήριζαν τον Αντινομισμό (= θεωρία που απορρίπτει τον ηθικό νόμο και προτάσσει τη ελεύθερη βούληση) και συμμετείχαν σε σεξουαλικά λατρευτικά όργια, θεωρώντας την ακραία ακολασία ως το μέσο καταπολέμησης της κακής υλικής σάρκας, από την οποία έπρεπε να απελευθερωθεί η θεϊκή φύση (οργιαστικός Γνωστικισμός), ενώ άλλοι προέβαιναν σε αυτοευνουχισμό.

 

Στους κόλπους του Γνωστικισμού αναπτύχθηκε και η ιδέα του Δοκητισμού ( ο Ιησούς φαινομενικώς είχε σώμα και φαινομενικώς σταυρώθηκε), με εισηγητή τον Ιουδαιοχριστιανό Κήρινθο, με αιγυπτιακή παιδεία, που ήταν και ο εισηγητής του Χιλιασμού. Τον Δοκητισμό, με παραλλαγές, τον ασπάσθηκαν, εκτός από τους Κηρινθιανούς, οι περισσότερες  γνωστικές ομάδες. Εικάζεται ότι στους Μεσσαλιανούς γεννήθηκε και η ιδέα της μεταβολής του σώματος του Χριστού άλλοτε σε υλικό και άλλοτε σε πνευματικό, οι δε Οφίτες έλεγαν ότι το αναστημένο σώμα του Ιησού ήταν ψυχικό και πνευματικό[15]. Μερίδα των Γνωστικών πίστευε ότι ο άνθρωπος πλάστηκε από τρεις ουσίες, την ύλη, την ψυχή και το πνεύμα και ανάλογα με το πια επικράτησε αναπτύχθηκαν σε υλικούς, ψυχικούς και πνευματικούς[16].

 


Θεϊκή διαρχία των Γνωστικών                                                                                                                                                       Η θεογονία, κοσμογονία και ανθρωπογονία μεταξύ των Γνωστικών ήταν ποικίλη με βάση τον πλουραλισμό και την διαρχία (φιλοσοφική θεωρεία που ερμηνεύει τον κόσμο με βάση δύο ανταγωνιστικών δημιουργών αρχών (θεών) μία κακή και μία αγαθή και εκ των οποίων προκύπτουν δύο ξεχωριστοί, ανόμοιοι, αντίθετοι μεταξύ τους κόσμοι, ο κακός αισθητός και ο πνευματικός ή νοητός), θέσεις αντίθετες με την βιβλική αφήγηση της Mίας Αρχής / Ενός Θεού, δια του οποίου κτίσθηκαν τα ορατά και τα αόρατα.

 

«Κα φωτίσαι τίς  οκονομία το μυστηρίου το ποκεκρυμμένου π τν αώνων ν τ θε τ τ πάντα κτίσαντι». (Εφ. 3:9)

 

Μορφές διαρχικών απόψεων συναντάμε στον Ζωροαστρισμό, στον Ορφισμό, στον Πυθαγορισμό κ.ά., καθώς και στον Στωικισμό στον οποίο και θα αναφερθούμε για τον σκοπό της παρούσας μελέτης. Οι Στωικοί (φιλόσοφοι της «Ποικίλης Στοάς» 300π.Χ. – 250 μ.Χ.) είχαν ως αρχή το «ομοφώνως τη φύσει ζην» και εκπροσωπούντο από τρεις τάσεις. Επηρεασμένοι από τον Ηράκλειτο που θεωρούσε «ως ουσία της ειμαρμένης τον Λόγο, ο οποίος διαποτίζει την ουσία του σύμπαντος» και από τον Ερμητισμό όπου «ο Θωθ είναι ο Λόγος που διαποτίζει και διαπερνά τα πάντα»[17], πίστευαν ότι υπάρχουν δύο αρχές στο σύμπαν, η ενεργητική, που είναι ο Θεός ή Λόγος, «το ποιούν» και η παθητική, που είναι η Ύλη «το πάσχον». Ο Λόγος που ενυπήρχε μέσα στην ύλη (ενδοσυμπαντικός θεός), δημιούργησε μέσω αυτής τα όντα, διατηρώντας την ενότητά τους και την αιώνια τάξη. Για τους Στωικούς ο θεός είναι ταυτόχρονα, το κάθε τι στη φύση (πανθεϊσμός) και όλα μαζί είναι ο θεός (υλιστικός μονισμός). Πίστευαν στην ειμαρμένη και την θεία πρόνοια και έλεγαν ότι ο άνθρωπος συνδέεται με την «παγκόσμια ψυχή» μέσω μιας εσωτερικής προσωπικής θεότητας, που ήταν ο «Δαίμων εαυτός» και κατά συνέπεια υπήρχε αλληλοεπίδραση των ουρανίων και των επιγείων όντων «η αρχή της συμπάθειας». Η άποψη αυτή συγγενεύει με την Χαλδαϊκή Αστρολογία και θεουργία και ήταν το υπόβαθρο, για τις αστρολογικές προβλέψεις και την μαντεία. Όπως και οι Επικούρειοι, φιλόσοφοι του «φάγωμεν κα πίωμεν, αριον γρ αποθνήσκομεν», δεν δεχόντουσαν την αθανασία της ψυχής αλλά πίστευαν ότι η ψυχή διαλύεται αμέσως μετά την νέκρωση του σώματος ή ότι ζει έως να αναλωθεί από τη μέλλουσα εκπύρωση και την επαναδημιουργία στη συνέχεια του ίδιου κόσμου (Παλιγγενεσία). Ο Στωικός Χρύσιππος ορίζει την ψυχή ως «πνοή μέσα μας έμφυτη, αδιάσπαστη, που διατρέχει όλα τα μέρη του σώματος, όσο η ομαλή αναπνοή του ζωντανού όντος είναι παρούσα στο σώμα»[18]. Αυτή την «ψυχική πνοή», οι Στωικοί την κατέτασσαν σε οκτώ επίπεδα, το Ηγεμονικόν ή η Διάνοια ή ο Νους που ήταν και το κέντρο όλων, τις πέντε Αισθήσεις, το Σπερματικόν και το Φωνητικόν.

 

 

Ανθρωπολογική διαρχία                                                                                                                                                 Παράγωγο της θεϊκής διαρχίας των Γνωστικών και λοιπών φιλοσοφικών συστημάτων είναι η ανθρωπολογική διαρχία, η οποία διχάζει τον άνθρωπο σε δύο στοιχεία, το αισθητό θνητό σώμα και την νοερά αθάνατη ψυχή (την προ-υπάρχουσα κατά τους Χαλδαίους, τον Πλάτωνα , τον Φίλωνα, τους Γνωστικούς κ.ά.). Κατά συνέπεια ο άνθρωπος είναι μέτοχος και των δύο αρχών και της Καλής και της Κακής και εάν αποδράσει από το σώμα που μετέχει της Κακής αρχής, σώζεται. Η ιδέα αυτή αντιτίθεται στην βιβλική αφήγηση, όπου «ψυχή» εννοείται η εκ του ενός Ζωοδότη Θεού προέλευση της ζωής που υπάρχει σε κάθε ζωντανό κτίσμα, χωρίς την πλατωνίζουσα διάκριση των Γνωστικών. Κατά την εβραϊκή Βίβλο, η «ψυχή» δεν αναφέρεται σε ένα μόνο τμήμα της ανθρώπινης ύπαρξης, αλλά σημαίνει τον ολόκληρο άνθρωπο, ως ενιαία ζωντανή υπόσταση «και εγένετο ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσαν», που στην πορεία καθυποτάχθηκε από τον θάνατο «εβασίλευσε ο θάνατος». (Γεν. 2:7, Ρωμ. 5:14-17)

 

«Και γαρ απ΄ αρχής Αδάμ τη έκτη ημέρα πλασθείς από γης και λαβών το εμφύσημα εζωογονήθη». (Επιφανίου, Πανάριον κεφ. 4)

 

«τι πσαι α ψυχα μα εσιν ν τρπον  ψυχ το πατρς οτως κα  ψυχ το υο μα εσιν  ψυχ  μαρτνουσα ατη ποθανεται». (Ιεζ. 18:4)

 

«Κα π πσ ψυχ τετελευτηκυίᾳ οκ εσελεσεται π πατρ ατο οδ π μητρ ατο ο μιανθσεται». (Λευ. 21:11 Ο΄)

 

«Πσα ψυχ ξουσίαις περεχούσαις ποτασσέσθω». (Ρωμ. 13:1)

 

«ποστείλας δ ωσφ μετεκαλέσατο ακβ τν πατέρα ατο κα πσαν τν συγγένειαν ν ψυχας βδομήκοντα πέντε». (Πράξ. 7:14)

 

«…λέγων γερθες παραλάβε τ παιδίον κα τν μητέρα ατο κα πορεύου ες γν σραήλ· τεθνήκασιν γρ ο ζητοντες τν ψυχν το παιδίου». (Ματθ. 2:20)

 

«Και επεν Σαμψών αποθανέτω ψυχ μου μετ λλοφλων». (Κρ. 16:30)

 

Βλέπουμε λοιπόν ότι οι εβραϊκές βιβλικές αναφορές και ο αντιαιρετικός Επιφάνιος, αντικρούουν την πλατωνίζουσα Ανατολική πίστη περί αθανασίας της ψυχής, όπως αυτή διατυπώνεται σε «Εξοδιαστικό» ιερομονάχων του 16ου αιώνα.

 

«Ο Θεός ημών ο δημιουργός και ευεργέτης απάσης της κτίσεως ο κατασκευάσας τον άνθρωπον εκ σώματος αισθητού τε και χοϊκού και νοεράς και αθανάτου ψυχής …»[19].

 

Ο Αριστοτέλης ομοίως αντικρούει τον Πλάτωνα λέγοντας ότι: «Ότι μεν ούν ουκ έστιν η ψυχή χωριστή του σώματος, ή μέρη τινά αυτής – ή μεριστή πέφυκεν – ουκ άδηλον»[20].


Το δόγμα της «αθανασίας της ψυχής» είναι άμεσα συνδεδεμένο με την δοξασία της μετεμψύχωσης, όπου η ψυχή μετά τον θάνατο του σώματος αναχωρεί και εισέρχεται σε άλλο σώμα ανθρώπου, ζώου ή φυτού, μέχρι να γίνει η κάθαρση της και να επιστρέψει στην προ της πτώσεως της κατάσταση. Η άποψη αυτή μαζί με την πλατωνίζουσα «χριστιανική» άποψη ότι ο «θνητός» άνθρωπος έχει μέσα του μία νοερά αθάνατη υπόσταση που ή θα απολαύσει μακαριότητα ή θα βασανίζεται αδιαλείπτως από τον δήμιο «τριαδικό Θεό» μετά τον θάνατο του σώματος, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον όρο «θνητός» και με την αποστολική ρήση ότι ο Θεός είναι «ο μόνος έχων αθανασία» και με το «δει.. το θνητόν τούτο ενδύσασθαι αθανασίαν». Ο θεός λοιπόν σύμφωνα με τις θρησκευτικές απόψεις έπλασε τον άνθρωπο με σκοπό να τον βασανίζει αιωνίως εάν δεν υποταχθεί στις τρεις υποστάσεις του. 

 

 

Το πλήρωμα του Θεού κατά τους Γνωστικούς

Κατά την εκδοχή του Αιγύπτιου Βαλεντίνου, ενός εκ των θεωρουμένων «πατέρων» του Γνωστικισμού, στον αρχέτυπο κόσμο εκπορεύτηκαν εκ του Αληθινού, Άρρητου, Αγαθού και Υπερβατικού Θεού, τριάντα, αρσενικές και θηλυκές πνευματικές οντότητες οι «Αιώνες» με ιεραρχική τάξη. Οι Αιώνες δημιούργησαν ερωτικά ζεύγη «αρρενοθήλειες ενότητες», από τα οποία προήλθαν άλλοι κατώτεροι ιεραρχικά Αιώνες. Όλοι οι Αιώνες συγκροτούσαν  το πλήρωμα του Θεού.

 

Η εκδοχή του Βαλεντίνου για το πλήρωμα του Θεού, συγγενεύει α) με τις εκπορεύσεις «Σεφιρότ» που αναφέρουν τα απόκρυφα κείμενα της Καμπάλα και το καμπαλιστικό δένδρο της ζωής β) με το Λάβδωμα ή Τετρακτύς  των Πυθαγορείων και το το αρχαιοελληνικό δένδρο της ζωής και γ) με την  θεογονία του Ησίοδου, σύμφωνα με τον Επιφάνιο.

 

 

Ο «Αιώνας Ιησούς» των Γνωστικών

Ο τελευταίος Αιώνας του πληρώματος, η Σοφία, δυσαρεστημένη για την κατάταξη της, επιθυμεί να ενωθεί με τον Άρρητο. Εκείνος την ωθεί να ενωθεί με την προβολή του, το «Νου» και έτσι γεννιόνται δύο νέοι Αιώνες, ο Χριστός και το Άγιο Πνεύμα. Η αταξία αποκαθίσταται με την γέννηση του Αιώνα Ιησού, που διασπά τον Αιώνα Σοφία σε δύο, την Ουράνια και την Χθόνια ή Αχαμώθ.  Η «Σοφία Αχαμώθ», εκβάλετε από το πλήρωμα του θεού και γεννά τον κακό θεό, τον ερμαφρόδιτο Ιαλδαβαώθ ή Σάκλα, που σημαίνει Υιός του Χάους και τον παρουσίαζαν ως λεοντόμορφο Φίδι. Αυτός μη γνωρίζοντας ότι υπάρχει άλλος θεός ανώτερος του, δημιουργεί τον παρόντα υλικό κατώτερο και ελλαττωματικό κόσμο. Για τους Γνωστικούς αυτός ήταν ο θεός της Π.Δ., θέση κατεξοχήν αντι-ιουδαϊκή, που τους οδήγησε να τιμούν τους απειθείς χαρακτήρες της βιβλικής αφήγησης. Για τους σύγχρονους θεόσοφους, ο Ιαλδαβαώθ είναι ο αληθινός τέλειος Όφις, ο επτακέφαλος θεός (το θηρίο της αποκάλυψης με τα επτά κέρατα).

 

Αξιοσημείωτο είναι ότι σε όλες τις παραλλαγές των Γνωστικών μύθων, ανιχνεύεται η προ-εγκόσμια γέννηση του «Αιώνα Ιησού», που έχει πνευματική συγγένεια με την φιλοσοφική «πατερική σκέψη» της προ-εγκόσμιας και προαιώνιας ύπαρξης του Υιού, του δευτέρου προσώπου / Θεού, του Μυστηρίου της «Τρισυπόστατης Μονάδας», όπως ορίζεται στο σύμβολο της πίστεως «τν κ το Πατρς γεννηθέντα πρ πάντων τν αώνων». Σύμφωνα δε πάντα με την «πατερική σκέψη» ο Υιός αν και είναι «γεννητός» προ πάντων των αιώνων συγχρόνως είναι και «συνάναρχος» με τον Πατέρα, αν και είναι «ομοούσιος(ν) τω πατρί» συγχρόνως είναι και υπερούσιος !!!!

 

 

Υπερούσιος

«Υπερούσιος χαρακτηρίσθηκε από τους θεολογούντες των πρώτων μετά Χριστόν χρόνων ο Θεός (Χριστιανισμός) ως «επέκεινα της ουσίας κείμενος», (ΙουστίνοςΜέγας ΑθανάσιοςΙωάννης ο Δαμασκηνός κ.ά.).

Ως Υπερούσιος όμως, ανυμνείται από τους υμνογράφους της Χριστιανικής Εκκλησίας και ο Χριστός, το δεύτερο πρόσωπο της Τριαδικής Θεότητας «Η Παρθένος σήμερον τον υπερούσιον τίκτει ... κλπ.»[21].

 

Στους Νεοπλατωνιστές, οι οποίοι είχαν αποδεχτεί το δόγμα του ζωροαστρικού δυισμού[22], ανήκει και το έργο του Ιάμβλιχου «περί Αιγυπτίων μυστηρίων» όπου αναφέρεται ότι από τον Ένα υπερβατικό θεό ξεπρόβαλε ένας δεύτερος θεός που ήταν «προούσιος και αρχή της ουσίας  (των όντων)»[23] και ο θεός των υποδεέστερων ενδιάμεσων θεών.

 

Προούσιος= ο προ πάσης ουσίας (ύλης) υπάρχων (Lexigram)

Οι καθηγητές της φιλοσοφίας  Βασίλης Κάλφας και Γιώργος Ζωγραφίδης  αναφέρουν ότι:

«Στην κρυπτική έκφραση πέκεινα τς οσίας στηρίχθηκε η πεποίθηση ότι ο Πλάτων ανέπτυξε μια «άγραφη» φιλοσοφία, μαθηματικής έμπνευσης, μόνο για τους μυημένους της Ακαδημίας, συστατικό στοιχείο της οποίας είναι η οντολογική πρόταξη του Αγαθού (που ταυτίζεται με το Ένα), και η παραγωγή των Ιδεών και των μαθηματικών οντοτήτων από αυτό. Όπως και να έχουν τα πράγματα, η τοποθέτηση του Αγαθού πέκεινα τς οσίας δεν παύει να σημαίνει και κάτι πιο απλό: ότι, για τον Πλάτωνα, όλη η γνώση έχει ηθική θεμελίωση, ότι η ηθική προηγείται της γνωσιολογίας»[24].

Κρυπτικός = ο επιτήδειος εις το κρύπτειν ή κρύπτεσθαι, κρυψίνους, υποκριτής (Λεξ. Σκαρλάτου Δ. Βυζαντίου)

 

Ο φιλοσοφικός κρυπτικός όρος υπερούσιος «επέκεινα της ουσίας» ή προούσιος που αναφέρεται στο δεύτερο δημιουργό θεό της αιγυπτιακής Μυθολογίας και στο δεύτερο πρόσωπο/θεό της επιβεβλημένης «Τρισυπόστατης Μονάδας», είναι ανύπαρκτος στην «αποστολική σκέψη» και αντιπροσωπεύει το αντίπαλο προς αυτή στρατόπεδο της «πατερικής σκέψης» που αποκρυστάλλωσε και ερμήνευσε την εξελιγμένη «πλατωνική σκέψη» η οποία θέτει ως δημιουργό των όντων ένα δεύτερο «προούσιο» θεό που προβλήθηκε από τον Πρώτο.

 

 


Η ανθρωπογονία των Γνωστικών

Βοηθοί του κακού θεού ήταν τα ποιήματά του οι «Άρχοντες» ή οι 360 «Άγγελοι» σύμφωνα με τους Σηθιανούς, οι οποίοι και ποίησαν τον βιβλικό χοϊκό Αδάμ (= άνθρωπο), κατά την εικόνα του αρχέτυπου ερμαφρόδιτου τέλειου και μεγαλώνυμου πνευματικού ανθρώπου[25], που ήταν η αντανάκλαση του επίσης αρρενοθήλυ υπέρτατου θεού τον οποίον ονόμαζαν Μητροπάτορα (= Μητέρα και Πατέρα όλων) και ήταν ο Πιγεραδάμας ή Γεραδάμας. Για τους Ναασηνούς ο αρχέτυπος άνθρωπος ήταν τριφυής (σώμα, ψυχή, πνεύμα) και τον ονόμαζαν Αρχάνθρωπο ή Άνωθεν άνθρωπο ή Αδάμαντα. Οι Μανιχαίοι τον ονόμαζαν «Πρώτο Άνθρωπο». Οι Καμπαλιστές και οι σύγχρονοι θεοσοφιστές Νεογνωστικοί, τον ονομάζουν Αδάμ Κάδμων. Και στην ελληνική Μυθολογία όπου περιγράφονται τα «αρχέγονα ελληνικά μυστήρια» τον ονομάζουν Πρατόλαο.

 

Ο Ιαλδαβαώθ με την άδεια της μητέρας του, κενώνεται από την δύναμή του εμφυσώντας στον χοϊκό Αδάμ πνοή ζωής, η οποία όμως περιείχε τα θεϊκά στοιχεία της μητέρας του. Έτσι ο άνθρωπος απέκτησε θεία σπίθα και συνείδηση θεϊκής καταγωγής από το πλήρωμα της θεότητας, την οποία όμως ο Ιαλδαβαώθ την φυλάκισε με τα δεσμά της λήθης. Η μόνη ελπίδα «αυτοσωτηρίας» του ανθρώπου ήταν η αφύπνιση της εσωτερικής θείας σπίθας, μέσω της απόκρυφης ενορατικής γνώσης και η ανάκτηση της μνήμης της, θέση συγγενής με τους σύγχρονους θεόσοφους.

 

Η θεία σπίθα των Γνωστικών συγγενεύει και με τον μύθο του Τιτάνα Προμηθέα, ποιητή του ανθρώπου από πηλό και φωτιά, που περιέγραφε την μαγική εκείνη στιγμή, που ανεφλέγει πνευματικά, με την βοήθεια της θεάς της σοφίας Αθηνάς, η νοητική σπίθα στον άνθρωπο, διακρίνοντας τον από το υπόλοιπο «άλογο» ζωικό βασίλειο[26].

 

 

Η ενσάρκωση του «Αιώνα Ιησού» κατά τους Γνωστικούς

Στην συνέχεια ο Γνωστικός «πατέρας» Βαλεντίνος μας παραδίδει την ακόλουθο ψευδή γνώση:  Ο Αιώνας Ιησούς, ενσαρκώνεται (ντύνεται με υλικό σώμα) και γίνεται ο (τέλειος) άνθρωπος Ιησούς.

 

Η «σκέψη» του Βαλεντίνου, συγγενεύει με την «σκέψη» των Απολογητών που έλεγαν: «η δε πρώτη δύναμις μετά τον Πατέρα πάντων και Δεσπότην Θεόν και υιός ο λόγος εστίν ος τίνα τρόπον σαρκοποιηθείς άνθρωπος γέγονεν»[27], καθώς και με την αποκαλυπτική «πατερική σκέψη» της ενσάρκωσης του προ-υπάρχοντος Υιού σε τέλειο άνθρωπο.

 

Μετά ο Αιώνας Χριστός εμφανίζεται στους ανθρώπους με την μορφή του ανθρώπου Ιησού (που ήταν η ενσάρκωση του Αιώνα Ιησού), στον οποίον και είχε ενοικήσει κατά την βάπτιση του στον Ιορδάνη ποταμό, με σκοπό να τους επαναφέρει στο πνευματικό φως και στη συνέχεια εγκαταλείπει, τον άνθρωπο Ιησού, πριν την σταύρωση του. Ο σταυρικός θάνατος του Ιησού, για τους Γνωστικούς δεν σώζει, αλλά ήταν η απελευθέρωση του Αιώνα Ιησού από το υλικό του σώμα.

 


Σκοπός του ενσαρκωμένου Αιώνα Ιησού ήταν:                                                                                                                          Η αφύπνιση και σωτηρία της εκπεσούσης ψυχής, του θείου στοιχείου του ανθρώπου, μέσω της διαφώτισης του Αιώνα Χριστού, που το πετύχαιναν οι «πνευματικοί» ανακτώντας την μνήμη των προτέρων. Έτσι οι «πνευματικοί» δια της γνώσεως αυτοσώζονται, γίνονται δηλαδή Γνωστικοί και εισέρχονται στο πλήρωμα του θεού.

Η αποκατάσταση της ενοφυλίας ή αφυλίας κατά το αιώνιο αρχέτυπο του ερμαφρόδιτου πνευματικού ανθρώπου.

Η κατάλυση της εξουσίας του κακού θεού της Π.Δ.

Η καταστροφή του ελλαττωματικού υλικού κόσμου και των «σαρκικών / υλικών» ανθρώπων μέσω της εκπύρωσης ή μέσω διάλυσης.

Η αποβολή των «ψυχικών» εκ του θείου πληρώματος.

Η αποκατάσταση της θείας τάξης, εντός του πληρώματος του θεού.

 

Ο «Αιώνας Χριστός» λοιπόν δια του «ενσαρκωμένου Αιώνα Ιησού» παρέχει την γνώση για την αυτοσωτηρία των «πνευματικών» ανθρώπων, και διασώζει και το «θείο πλήρωμα».

 

Εκπύρωση


Αξιοσημείωτο είναι ότι η δοξασία της «Παλιγγενεσίας» του Ηράκλειτου και των Στωικών, οι οποίοι υποστήριζαν την «κυκλική πορεία του σύμπαντος προς την αιωνιότητα» μέσω επαναλαμβανομένων πανομοιότυπων αναγεννήσεων των ορατών που λάμβαναν χώρα μετά από κάθε εκπύρωση[28], είχε  επίδραση στα περισσότερα θρησκευτικά και φιλοσοφικά συστήματα. Επίδρασε επίσης και στην «πατερική σκέψη» με την διαφορά ότι η τελευταία  υποστηρίζει την «ευθύγραμμη πορεία του σύμπαντος» και προσμένει γεγονότα που νομοτελειακά θα επιφέρουν, δια του πυρός, το τέλος της ιστορίας των αισθητών».

 

 


Ενσάρκωση (incarnation)

Οι Γνωστικοί ασχολούνταν με την αρχαία Φιλοσοφία και Μυθολογία, την οποία και είχαν ως δεξαμενή σκέψης. Έτσι είχαν υιοθετήσει την αντιβιβλική άποψη της ενσάρκωσης και μετενσάρκωσης, που ήταν πάγια διδασκαλία των Ορφικών, των Πυθαγόρειων, των Πλατωνικών, των λατρών του Διόνυσου κ.ά., που πίστευαν, ότι οι αθάνατες ψυχές των ανθρώπων ήταν πνεύματα, που εξέπεσαν από τον ουρανό στην γη (κάθοδος της ψυχής εντός της ύλης) λόγω ακαθόριστης αμαρτίας και για τιμωρία ενσαρκώθηκαν, ντύθηκαν δηλαδή με υλικό σώμα και έκτοτε το ζητούμενο είναι ο εξαγνισμός μέσω πολλών μετενσαρκώσεων και η αποκατάσταση στην αρχική τους προέλευση. Η πτώση της ψυχής από την ουράνια μακαριότητα μέσα στο γήινο σώμα, συμβολίζεται κατά τον Ιουδαίο φιλόσοφο Φίλωνα, από τους δερμάτινους χιτώνες, που έδωσε ο Θεός στον Αδάμ και στην Εύα να φορέσουν, πριν τους εκβάλει, από τον Κήπο της Εδέμ. Κατά τον ίδιο, η εκπεσούσα ψυχή και η φυλάκιση της στο γήινο σώμα μοιάζει με την υποδούλωση των Εβραίων στην Αίγυπτο και πρέπει να επιδιώκει την έξοδο της.

Επίσης στους «Χαλδαϊκούς Χρησμούς» αναφέρεται ότι: «Όσον αφορά την υπόσταση της ψυχής, αυτή έχει ένα διαμεσολαβητικό και αναγωγικό ρόλο. Με την κάθοδο της στα σώματα καθίσταται δέσμια της ύλης,  χωρίς όμως να παύει να αποτελεί μία ρευστή πραγματικότητα, διατηρώντας ένα μη πεπτωκός τμήμα της στο νοητό κόσμο. Τελικά, προορίζεται να ανέλθει στον τόπο προέλευσής της, στον ουράνιο θόλο, ξεφεύγοντας από τη λήθη των αισθητών»[29].

Η γνωστική ιδέα της ενσάρκωσης, του αρχέτυπου Αιώνα Ιησού στον γήινο άνθρωπο Ιησού, μαρτυρείται από αντιαιρετικές πηγές και στο πρόσφατα ανακαλυφθέν γνωστικό απόκρυφο ευαγγέλιο του Ιούδα. Σε αυτό φαίνεται ότι ο «προδότης» Ιούδας κατείχε ιδιαίτερη γνώση και η προδοσία του ήταν λυτρωτική ενέργεια, για να ελευθερωθεί το ενσαρκωμένο Πνεύμα του Ιησού, από το υλικό στοιχείο και να επιστρέψει στο πλήρωμα του θεού. Σύμφωνα πάντα με το απόκρυφο κείμενο, ο Ιησούς είπε στον Ιούδα «Εσύ θα θυσιάσεις τον άνθρωπο που με ενδύει»[30].

 

Την θεωρία της ενσάρκωσης του «Φιλοσοφικού Ιησού», άντλησε από την ίδια δεξαμενή σκέψης της Φιλοσοφίας και της Μυθολογίας και η «πατερική σκέψη» και τα συγγενή της δόγματα που ομολογούν πίστη στον «ενσαρκωμένο Υιό», παραποιώντας το «εγένετο», της αποστολικής ρήσης «ο λόγος σαρξ (= σώμα) εγένετο» που είναι μέση φωνή, αόρ. β΄ του ρήματος «γίγνομαι» σε «ενσαρκώθηκε».

 

Γίγνομαι = γεννώμαι || έρχομαι εις το είναι, γίνομαι || είμαι. (Λεξ. Σταματάκου)

 

Εν-σαρκώνω= υλοποιώ || δίδω υλικήν υπόσταση εις τινα || ενσωματώνω || μετενσαρκώνω || μετεμψυχώνω. (Λεξ. Σταματάκου)

 

Επηρεασμένοι βαθιά από την γνωστική δοξασία της ενσάρκωσης του «Αιώνα Ιησού», οι «πατέρες» της «Καθολικής Ρωμαϊκής Εκκλησίας» και οι συναφείς ομολογίες, αρνούνται, ότι ο Ιησούς Χριστός ήταν ο «προκεχειρισμένος» (= ορισμένος εκ των προτέρων, προορισμένος), αληθινός Υιός του Θεού που γεννήθηκε εν χρόνω, 100% εκ Πνεύματος Αγίου.

 

«Το δ ησο χριστο  γένεσις (όχι η ενσάρκωση) οτως ν. μνηστευθείσης τς μητρς ατο Μαρίας τ ωσήφ, πρν  συνελθεν ατος ερέθη ν γαστρ χουσα κ πνεύματος γίου». (Ματθ. 1:18)

 

Αντ’ αυτού, αντιγράφοντας τους μύθους του Γνωστικισμού, ευαγγελίζονται, ότι ο προαιώνιος Υιός, κατέβηκε από τον ουρανό και ενσαρκώθηκε (ντύθηκε με χοϊκό σώμα) «κατελθόντα εκ των ουρανών και σαρκωθέντα εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου και ενανθρωπίσαντα», όπως ορίζεται στο πατερικό σύμβολο της πίστεως. Η δήλωση αυτή είναι μυθολογική και κατά την «πατερική σκέψη» εμπλέκει τρία μέρη, α) τον προ-υπάχοντα Υιό, β) το Πνεύμα το Άγιο και γ) την θνητή Μαρία. Παραπέμπει όμως σε σύζευξη ουρανού και γης, συγγενεύοντας έτσι με την μυθική ένωση του θεού Ουρανού που ήταν κατοικία των θεών και το πρώτο μυθικό αρσενικό στοιχείο  και της θεάς Γαίας την «μητέρα των μακάρων και των θνητών ανθρώπων» που στην μυθική κοσμογονία συμβολίζει την υλική πλευρά του κόσμου[31].  

 

 

Ο θεολόγος και καθηγητής της πατρολογίας, αείμνηστος Παναγιώτης Χρήστου, στο άρθρο του «Ενοφυλία το ιδεώδες των Γνωστικών» αναφέρει:

«Γενικώς εις τα συστήματα των Γνωστικών δύο θεότητες προεδρεύουν των θείων και των εγκοσμίων, μία άρρην και μία θήλεια. Η πρώτη περικλείει το ουράνιον στοιχείον, η Δευτέρα το γήινον είναι ο ουρανός και η γη της παλαιάς ελληνικής θρησκείας»[32]. 


Οι δύο φύσεις του Ιησού                                                                                                                                                                 Η συνδυαστική αυτή γνωμάτευση των συνοδικών πατέρων, ότι ο προ-υπάρχων δεύτερος θεός (ο Υιόςενσαρκώθηκε «εκ πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου» [άρα ο Ιησούς δεν ήταν ο Υιός του Θεού αλλά η ενσάρκωση του προ-υπάρχοντος δεύτερου θεού-υιού] οδήγησε αναπόφευκτα και στην όχι καινοφανή ιδέα των δύο φύσεων του Ιησού, που είναι πνευματική κληρονομιά της Μυθολογίας, την οποία αφελώς ασπάζονται και τα πνευματοληπτικά κινήματα της Πεντηκοστής που είναι γεννήματα αμερικανικών χριστιανικών σιωνιστικών κέντρων, καθώς και τα λοιπά της Διαμαρτύρησης.

Ήδη στον μυστικιστικό Ερμητισμό μεταφυσικό σύστημα και ένα σώμα συστηματοποιημένων, μαγικών, αστρολογικών και αλχημικών πρακτικών») συναντάμε την ιδέα των δύο φύσεων του εκπεσόντος στον φυσικό κόσμο αρχέτυπου ανθρώπου.

 

«Και ο ίδιος ο (αρχέτυπος) άνθρωπος, θαυμάζοντας την εικόνα του, ερωτεύεται τον εαυτό του και θέλει να κατοικήσει στη γη. Έτσι έχουμε την πτώση του ανθρώπου και η φύση τον περισφίγγει από παντού. Και εξ αιτίας της πτώσης του ο άνθρωπος έχει διπλή φύση: θνητός ως προς το σώμα και αθάνατος ως προς την ουσία, δούλος και ταυτόχρονα κυρίαρχος της Ειμαρμένης που τελικά προσδιορίζεται από όλες τις σφαίρες»[33].

 

Ακόμα, σύμφωνα με την αποκρυπτογράφηση του δίσκου της Φαιστού , ο Έλληνας, ως αληθινός γιός του θεού, γεννιέται από γήινη μήτρα και ουράνιο σπέρμα.

 

Στο έργο του Αισχύλου «Προμηθεύς ο Δεσμώτης», ο Προμηθέας προλέγει ότι ο Λυτρωτής του, «ο λύσων», θα  γεννηθεί από Θεό και την θνητή παρθένο Ιώ[34].

 

Επίσης ο Διόνυσος που οι αρχαίοι Έλληνες τον αποκαλούσαν «Σωτήρα», «πάσχων θεός» και «θείο βρέφος» είχε και αυτός διττή φύση, αφού ήταν γέννημα της σύζευξης του θεού Δία (ουράνιο πρωταρχικό πυρ) και της θνητής νύμφης Σεμέλης (γήινη ουσία), ήτο δε και τρίγονος (τρις φορές γεννηθείς), ο Διόνυσος-Φάνης, ο Διόνυσος- Ζαγρέας και ο αναστημένος Διόνυσος που κλήθηκε από τον Δία να βασιλεύσει.

 

Ο μέγιστος των Ελλήνων μυθικών ηρώων Ηρακλής που οι γονείς του ήταν ο πατέρας των θεών και των ανθρώπων Δίας και η θνητή Αλκμήνη είχε και αυτός δύο φύσεις, και πολλοί άλλοι.

 


Σύντομο ιστορικό της «ένωσης των δύο φύσεων του Ιησού»


Οι Οικουμενικές σύνοδοι, σκόπευαν στην εύρεση, από τους επισκόπους της Αυτοκρατορικής θρησκείας, καταπραϋντικών και συμβιβαστικών λύσεων στις εσω-εκκλησιαστικές διαμάχες τους, αφού πλήθος Γνωστικών και άλλων «αιρετικών» διετέλεσαν, για αρκετό καιρό, μέλη της «επίσημης Εκκλησίας». Πολλές φορές η επίλυση των δογματικών ερίδων γινόταν μέσα σε «ατμόσφαιρα τρομοκρατίας», με δωροδοκίες και φανατικούς οπλισμένους μοναχούς που λεηλατούσαν τις αντίπαλες εκκλησίες φονεύοντας τους επισκόπους των. Έτσι το Χριστολογικό δόγμα της σύνθετης φύσης του Ιησού σε μία υπόσταση, διατυπώθηκε το 451 μ.Χ. από την Δ΄ Οικουμενική της Χαλκηδόνας, που συγκάλεσε το Ρωμαϊκό αυτοκρατορικό ζεύγος Μαρκιανού και Πουλχερίας, με σκοπό να αντιμετωπισθεί η εριστική διδαχή του αρχιμανδρίτη Ευτυχίου, συνεργάτη του Κυρίλλου της Αλεξανδρινής σχολής, που υποστήριζε ότι η ανθρώπινη φύση του Χριστού απορροφήθηκε μέσα στη θεία και επομένως, ο Ιησούς είχε μία μόνο φύση τη θεϊκή. Έτσι αντί της «απορρόφησης» της μιας φύσεως από την άλλη, επικράτησε η «ένωση» των φύσεων σε μία υπόσταση, που υποστήριξε η σχολή της Αντιόχειας. Η νέα συνοδική φόρμουλα, για τη ταυτότητα της φύσης του Ιησού, επέφερε σχίσμα και οι εκκλησίες που αποσχίστηκαν ονομάστηκαν Αντιχαλκηδόνιες.

Όρος της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, σε απόδοση 

«Η ένωση των δύο φύσεων στον Χριστό έγινε έτσι ώστε αυτές να μη συγχέονται, να μη μεταβάλλονται να μη καταμερίζονται, να μη διαιρούνται, χωρίς (όμως) καθόλου να καταργείται η διαφορά των δύο φύσεων εξαιτίας αυτής της ένωσης, η οποία συντελέστηκε με τέτοιο τρόπο, που να διατηρεί η κάθε φύση τις ιδιότητες, αλλά και να είναι (και οι δύο) ενωμένες σ΄ ένα πρόσωπο και σε μία υπόσταση». Πηγή

 

  

Ο βιβλικός Ιησούς                                                                                                                                                                             Οι Απόστολοι δίδαξαν, ότι η Εβραία δούλη του Θεού Μαριάμ, έτεκε τον Ιησού, τον οποίον είχε συλλάβει θαυματουργικά, χωρίς την βιολογική συμμετοχή της. Αυτό που είχε γεννηθεί μέσα της ήταν εκ Πνεύματος Αγίου.

«το γαρ εν αυτή γεννηθέν εκ Πνεύματός έστιν Αγίου». (Ματθ. 1:20)

«Κα ποκριθες  γγελος επεν ατ· Πνεμα γιον πελεύσεται π σ κα δύναμις ψίστου πισκιάσει σοι· δι κα τ γεννώμενον γιον κληθήσεται υἱὸς Θεο». (Λουκ. 1:35)

Οι φύσεις είναι ξεχωριστές και διακριτές και δεν συν-θέτονται, παρεκτός στην Μυθολογία. Ο Ιησούς δεν είχε δύο γονείς, πατέρα και μητέρα, όπως ο βιολογικός  άνθρωπος και οι μυθικοί θεάνθρωποι, ούτε είχε δύο φύσεις ενωμένες σε μία υπόσταση, μία βιολογική γήινη και μία επουράνια, αλλά ήταν ολόκληρος «Γέννημα» εκ θελήματος του ουράνιου Πατέρα, ο οποίος έμενε μέσα στον Υιό Του και ο Υιός  έμενε μέσα στον Πατέρα Του[35].

 

«Ε δ ποι κν μο μ πιστεύητε, τος ργοις πιστεύετε, να γντε κα γινώσκητε τι ν μο  πατρ καγ ν τ πατρί». (Ιωάν. 10:38)

 

Ο Ιησούς ήταν «ο άρτος ο ζων ο εκ του ουρανού καταβάς», «η εικόνα του αοράτου Θεού», «ο Αρχηγός της ζωής», «ο Υιός (το Γέννημα) της αγάπης του Θεού», «απαύγασμα της δόξης και χαρακτήρ της υποστάσεως Αυτού», «ο Ζωντανός, αληθινός Ναός του Θεού». Ο Ιησούς  ήταν η απτή η ορατή η ζωντανή εικόνα του Πατέρα, το απαύγασμα της δόξας του Θεού του αοράτου που είναι « μόνος χων αθανασίαν».

 Ο Ιησούς δεν ήταν η φανέρωση της  αισθητής, ορατής υπόστασης, του θνητού χοϊκού ανθρώπου, τον οποίο ο Θεός εποίησε  κατά εικόνα Θεού «ν εκνι θεο ποησα τν νθρωπον» (Γεν. 9:6, Lxx) και είναι «τύπος του μέλλοντος», που σημαίνει ότι ο χοϊκός θα λάβει την εικόνα του «επουρανίου Ιησού».

Ο Ιησούς ήταν η φανέρωση της αόρατης  και αθάνατης Υπόστασης του Αιώνιου Θεού και λειτουργούσε (μιλούσε, άκουε, ενεργούσε, ζωοποιούσε) ακριβώς όπως ο Πατέρας Του γιατί ήταν ο Ίδιος ο Αληθινός Θεός και η Ζωή η Αιώνια και όχι ένας δεύτερος θεός που έγινε θεάνθρωπος «την δόξαν μου ετέρω ου δώσω». (Ησ. 42:8)

 

«ο πιστεύεις τι γ ν τ πατρ κα  πατρ ν μοί στιν; τ ήματα  γ λέγω μν π' μαυτο ο λαλ δ πατρ ν μο μένων ποιε τ ργ ατο». (Ιωάν. 14:10)

 

Ο «Λόγος» δεν πήρε σάρκα, αλλά έγινε σάρκα «Ο Λόγος σαρξ εγένετο» και έτσι, φάνηκε, έγινε ορατός ο Ένας Θεός της Π. Διαθήκης «ο Θεός εφανερώθη εν σαρκί», «η Ζωή εφανερώθη».

 

Αυτός που κατέβηκε από τον ουρανό δεν ήταν ο ενδιάμεσος θεός του Πλάτωνα και των Γνωστικών, ούτε ο δεύτερος θεός των Απολογητών, των Ερμητιστών και των «πατέρων της Καθολικής Εκκλησίας» αλλά ήταν ο Πατέρας Θεός με σώμα εξ ουρανού που το γέννησε ο Ίδιος Όποιος έβλεπε το σώμα του Ιησού έβλεπε τον Αιώνιο Θεό.

 

«Ο εωρακώς εμέ εώρακεν τον πατέρα». (Ιωάν. 14:9)

 

«λλ' επον μν τι κα ωράκατέ με κα ο πιστεύετε». (Ιωάν. 6:36)

 

Και στον Μωυσή είπε ο Θεός «κατέβην εξελέσθαι αυτούς» (από την Αίγυπτο) αλλά τότε κατέβηκε ασώματος, χωρίς σώμα, διότι ακόμη δεν είχε γεννήσει τον μονογενή Υιό Του. (Ιωάν. 2:21, 6:51, Πράξ. 7:34).

 

 Ο Ιησούς, ο Χριστός, δεν ντύθηκε με χοϊκό σώμα                                                                                                   «Σώματα επουράνια και σώματα επίγεια». Ο Αρχηγός της σωτηρίας Ιησούς, ο Χριστός, ο Λόγος της ζωής, είχε ξεχωριστό / μοναδικό επουράνιο σώμα «ουκ εξ αιμάτων», που η ταυτότητα του ήταν «η Ανάσταση» και «η Ζωή», «γ εμι  νάστασις κα η ζωή».

 

Όταν ο Ιησούς ρώτησε σεις τίνα με λέγετε ότι είμαι; Ο Πέτρος δεν είπε ότι: Συ είσαι ο Υιός της Μαρίας, ούτε είπε: Συ είσαι ο ενσαρκωμένος Υιός του Θεού, αλλά είπε: «Συ είσαι ο Χριστός ο Υιός του Θεού του ζώντος». Και ο Ιησούς του απάντησε: «Μακάριος είσαι, Σίμων, υιέ του Ιωνά, διότι σαρξ και αίμα δεν σοι απεκάλυψε τούτο, αλλ' ο Πατήρ μου ο εν τοις ουρανοίς». (Ματθ. 16:16-17)

 

 Ο Ιησούς ήταν «ο Υιός του Πνεύματος, ο Υιός του Θεού» διότι τον γέννησε ο Αιώνιος Θεός / το Αιώνιο Πνεύμα «σώμα δε κατηρτίσω μοι». Δεν είχε, ούτε φόρεσε σώμα χοϊκού ανθρώπου. Απεναντίας ο χοϊκός άνθρωπος που είναι «τύπος του μέλλοντος», λαμβάνοντας τον Ιησού «θέλει φορέσει την εικόνα του επουρανίου».

 

«Οποίος ο χοϊκός, τοιούτοι και οι χοϊκοί, και οποίος ο επουράνιος, τοιούτοι και οι επουράνιοι και καθώς εφορέσαμεν (οι εν Χριστώ) την εικόνα του χοϊκού, θέλομεν φορέσει και την εικόνα του επουρανίου». (Α΄ Κορ. 15:49)

Το σώμα του Ιησού δεν ήταν φαινομενικό, όπως πίστευαν οι Δοκητές, αλλά ήταν ορατό και ψηλαφούμενοόπως και το μάνα εξ ουρανού ήταν ορατό και ψηλαφούμενο, με ίδιον, τίμιο αίμα.

 

«Εκείνο, το οποίον ήτο απ' αρχής, το οποίον ηκούσαμεν, το οποίον είδομεν με τους οφθαλμούς ημών, το οποίον εθεωρήσαμεν και αι χείρες ημών εψηλάφησανπερί του Λόγου της ζωής». (Α΄ Ιωάν. 1:1)

 

Εάν, με το φως της  Κ. Διαθήκης, συγκρίνουμε το «εξ ουρανού» σώμα του Κυρίου Ιησού (Α΄Κορ, 15:47) του δεύτερου ανθρώπου (Αδάμ=άνθρωπος), με το αισθητό, χοϊκό σώμα του πρώτου ανθρώπου, παρατηρούμε ότι το σώμα του Ιησού, ήταν ομοίωμα/απεικόνισμα του αισθητού σώματος της αμαρτίας (σάρκας) του χοϊκού ανθρώπου και όχι απαύγασμα της δόξας του ή χαρακτήρας της υπόστασης του.

 

Άλλωστε ο Ησαΐας φωνάζει «πάσα σαρξ χόρτος και πάσα δόξα ανθρώπου ως άνθος χόρτου». (40:6). Και ο Ιώβ λέει: «βροτός δε γεννητός ίσα όνω ερημίτη». (11:12, LXX)

 

 

Τι είναι το ομοίωμα

Ομοίωμα = το, πράγμα τι έχον ομοιότητα προς άλλο, απεικόνισμα (Λεξ. Liddell-Scott)

 Απεικόνισμαη ακριβής αναπαράσταση με εικαστικά μέσα (Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα)

 Ομοίωμα = κάθε κατασκευή που μοιάζει εξωτερικά ως προς τη μορφή, το σχήμα κτλ. με κάτι άλλο, το οποίο χρησιμοποιήθηκε ως πρότυπο (ξύλινο / γύψινο ομοίωμα του Παρθενώνα), αντίγραφο. (Lexigram)

 Ομοίωμααντικείμενο που κατασκευάστηκε έτσι ώστε να είναι όμοιο εξωτερικά με άνθρωπο, ζώο ή πράγμα, χωρίς όμως να έχει τις λειτουργίες του προτύπου του π.χ. μουσείο κέρινων ομοιωμάτων (Βικιλεξικό)

 

Τι είπαν οι Απόστολοι για την σάρκα /σώμα του Ιησού

 

«Τ γρ δύνατον το νόμου ν  σθένει δι τς σαρκός,  θες τν αυτο υἱὸν πέμψας ν μοιώματι σαρκς μαρτίας …». (Ρωμ. 8:3)

 

« ….εν ομοιώματι ανθρώπων γενόμενος και σχήματι ευρεθείς ως άνθρωπος». (Φιλ. 2:7)

 

«πε ον τ παιδία κεκοινώνηκεν αματος κα σαρκός, κα ατς παραπλησίως (= περίπου, σχεδόν ομοίως) μετέσχεν τν ατν». (Εβρ. 2:14)

 

Ο Ιησούς θεληματικά υπέφερε και δοκιμάστηκε κατά πάντα, όπως ο χοϊκός άνθρωπος υποφέρει και δοκιμάζεται, για να γίνει εύσπλαχνος και αξιόπιστος Αρχιερέας και θεληματικά γεύθηκε τον θάνατο υπέρ παντός ανθρώπου για να νικήσει τον θάνατο και ανέστη για να μας χαρίσει την Ζωή (Ιωάν. 3:13, 6:51, Ρωμ. 8:3, Πράξ. 20:28, Φιλιπ. 2:8, Εβρ. 2:16-17, 2:9, 4:15, 10:5,  GR/Orthodox)

 

 

Η ενσάρκωση και η μετενσάρκωση, ήταν κυρίαρχη πίστη των ειδωλολατρών, των Γνωστικών και των ανατολικών θρησκειών

Όπως οι όροι ομοούσιος και υπερούσιος, έτσι και ο όρος ενσάρκωση είναι ανύπαρκτος στην Αγία Γραφή, απαντάται μόνο σε αρχαίες θρησκείες και φιλοσοφικές σχολές.

 

Στην αιγυπτιακή Μυθολογία, το νερό και ο ήλιος θεωρούνταν σύμβολα της ζωής, λόγω γεωγραφικής θέσης (Νείλος ποταμός, ηλιοφάνεια). Οι δε ηγεμόνες της Αιγύπτου (Φαραώ) ήταν η ενσάρκωση του Θεού στην γη και το επίκεντρο της  θρησκευτικής λατρείας.

 

Στον Ινδουισμό, αβατάρ είναι η κάθοδος και η ενσάρκωση ανώτερων όντων στην γη, όπως ο αγέννητος και αθάνατος θεός  Βισνούπου έχει στο ενεργητικό του πολυάριθμες ενσαρκώσεις, με μορφή ζώων, πουλιών, φυτών και ανθρώπων, με σκοπό να σώσει την ανθρωπότητα από το κακό και τις δαιμονικές δυνάμεις. Οι κυριότερες ενσαρκώσεις του Βισνού είναι με την μορφή του Ραμαγιάνα ή Ράμα και του Κρίσνα. Σε αναμονή είναι η αβατάρα του Κάλκιν, η ενσάρκωση του λευκού αλόγου, που θα αποκαταστήσει στη γη τον χρυσό αιώνα και θα φέρει την τελική απελευθέρωση του ανθρώπου και την ανακάλυψη της θείας φύσης του[36]. Ο Ινδουισμός έχει έξι (6) ορθόδοξα συστήματα, το αρχαιότερο φιλοσοφικό σύστημα αυτογνωσίας η Βεδάντα, θεωρεί, ότι το αισθητό είναι παραίσθηση (illusion), το δε σύμπαν κατά διαστήματα καταστρέφεται και αναδημιουργείται (Ηράκλειτος-Στωικοί).

 

Επίσης το θρησκευτικό ρεύμα των Αλαουίτων, που είναι κράμα ζωροαστρικών, χριστιανικών, μουσουλμανικών και γνωστικών δοξασιών,  πιστεύει ότι η ενσάρκωση του Θεού ήταν ο Ιουδαίος Ιησούς του Ναυή, που κατέκτησε την γη του Ισραήλ, καθώς και ο τέταρτος χαλίφης Αλί, που δολοφονήθηκε από τους εχθρούς του Σουνίτες.

 

Οι οπαδοί του αποθανόντα Ινδού γκουρού Σάτυα Σάι Μπάμπα, τον υμνούν ως ενσάρκωση της Αγίας Τριάδας και της Αλήθειας, ως Κύριο της δημιουργίας και σωτήρα της ανθρωπότητας. Ο ίδιος πάντως είχε δηλώσει ως νέος, ότι ήταν η ενσάρκωση του πνευματικού δασκάλου Σάι Μπάμπα του Σίρντι.

 

Οι περισσότεροι δάσκαλοι και καθοδηγητές του Γνωστικισμού, όπως ο Σίμων και ο μαθητής του Μένανδρος, θεωρούσαν τους εαυτούς τους γνήσιες ενσαρκώσεις ανώτατων δυνάμεων[37].

 

Οι γνωστικοί Σηθιανοί, πήραν το όνομά τους από την λατρεία του Σήθ, υιού του Αδάμ, που πίστευαν ότι ήταν η ενσάρκωση του θεού και κατείχε την θέση του Χριστού.

 

Ακόμη και ο Πέρσης Μάνης, που ίδρυσε δική του θρησκεία, τον Μανιχαϊσμό, πίστευε ότι είναι η τελευταία ενσάρκωση του Χριστού και του Βούδα.

 

Ομοίως η αναδυόμενη νέα κινεζική θρησκεία «Του Παντοδύναμου Θεού», που υποστηρίζει ότι ο Χριστός των εσχάτων ημερών εμφανίστηκε στην Κίνα, υιοθετεί θεωρίες ενσαρκώσεων και άλλες γνωστικές αντιλήψεις.

 

Οι Μελχισεδεκιτές, της Φρυγίας και της Λυκαονίας, κράμα Ιουδαϊσμού και Χριστιανισμού, πίστευαν ότι ο Μελχισεδέκ ήταν η ενσάρκωση του Λόγου. Αυτοί κατά την Οθωμανική περίοδο εξισλαμίστηκαν βιαίως.

 

Οι Ιμαμίτες (Δωδεκατιστές), που είναι μέρος του  Σιιτισμού[38], θεωρούν τους δώδεκα μεγάλους πνευματικούς καθοδηγητές (= Ιμάμηδες) ότι είναι η ενσάρκωση του θείου φωτός. Αναμένουν τον δωδέκατο μεσσιανικό Ιμάμη  (Mahdi = ο ορθά καθοδηγούμενος), να έρθει στις έσχατες ημέρες του κόσμου, ως  σωτήρας του Ισλάμ, έχοντας βοηθό του τον Χριστό που θα κατέβει από τον ουρανό για αυτό τον σκοπό  (Δευτέρα Παρουσία) και θα κάνει όλους τους Χριστιανούς Μουσουλμάνους. Και ύστερα θα επέλθει η συντέλεια του κόσμου, η εκμηδένιση της ύλης, η Κρίση και η αιωνιότητα.

 

Σύμφωνα δε με τον Όμηρο και την ομηρική σχολή σκέψης, οι θεοί ενσαρκώνονταν και συμμετείχαν ενεργά στα ανθρώπινα δρώμενα και την ανθρώπινη ιστορία, όπως μας διδάσκουν και τα «Ομηρικά έπη», Ιλιάδα και Οδύσσεια.

 

Στα απόκρυφα βιβλία των Καμπαλιστών, τα οποία αποδεικνύουν για τους δύσπιστους, την ιστορικότητα του Ιησού, αναφέρεται ότι το πνεύμα του Ησαύ μπήκε μέσα στον Χριστό και γι΄ αυτό ήταν κακός και ο ίδιος  ο Ησαύ.

 

Επίσης ο Ιώσηπος, λέει για τους ελληνίζοντες Φαρισαίους: «Όλες οι ψυχές, υποστηρίζουν, είναι άφθαρτες, αλλά η ψυχή των καλών μόνο περνά στο σώμα κάποιου άλλου, ενώ οι ψυχές των ασεβών υποφέρουν από ατελείωτη τιμωρία[39]».

 

Οι μυθολογικές δυαλιστικές ιδέες, περί πτώσης της αθάνατης ψυχής και  ενσάρκωση της σε γήινο σώμα που παρομοιάζετο με σήμα (τάφο) απ΄ όπου έπρεπε να ελευθερωθεί και να επιστρέψει εξαγνισμένη στη ουράνια πατρίδα μέσω μετενσαρκώσεων «δόγμα της ανακυκλωτικής μετεμψυχώσεως», είχαν διεισδύσει σε όλες τις αρχαίες δοξασίες. Εάν εκλάβουμε δε ως έγκυρη την μαρτυρία του Επιφανίου «κατά Στωικών», όπου καταγγέλλει τις ιδέες αυτές ως «πλάνη και ασέβεια», φαίνεται, ότι και αυτοί οι Στωικοί, είχαν μεταπηδήσει στο ιδεολογικό στρατόπεδο του Πλατωνισμού.

 

«μεταγγισμος τε ψυχν κα μετενσωματσεις π σματος ες σμα, καθαιρομνων (= εξαγνισμένων) <ψυχν π> σωμτων δ' α πλιν εσδυουσν κα νπαλιν γεννωμνων, δι πολλς ατν πλνης τατην τν σβειαν παρυφανοντες. μρος δ θεο κα θνατον τν ψυχν γονται». (Επιφάνιος, Πανάριον, κατά Στωικών).

 

 

Η ιδεολογική «Ιερή Τριάδα» των Γνωστικών και οι συγγένειές της

Σύμφωνα με τους Σηθιανούς που ήταν κύριο ρεύμα του γνωστικισμού, από τον Μόνο, Υπερβατικό, Αγαθό Θεό του Φωτός, γεννιέται η Βαρβηλώ (όπως η Αθηνά από τον «Μητροπάτορα Δία»), η υπέρτατη Μητέρα-Πατέρας του παντός, που είναι θηλυκή και ανδρόγυνη, «η πρώτη σκέψη», «η εικόνα του», «το Άγιο πνεύμα», «ο τρις-άνδρας», «η πρώτη δόξα του αόρατου Πατέρα», «ο αιώνιος Αιώνας του άυλου κόσμου» και «ο πρώτος των μελλόντων».

 

 Η Βαρβηλώ ατενίζοντας την υπέρτατη Μονάδα γέννησε τον Αυτογενή Υιό του φωτός, που ταυτίζεται με τον Χριστό. Οι Σηθιανοί της απέδιδαν τρεις ιερές υποστάσεις  «ΠατέραςΜητέρα-Υιός», που είναι του Καλυπτού  (κρυμμένου), του Πρωτοφανούς (πρωτοφανερωμένου) και του Αυτογενούς  (αυτογέννητου)[40].  Από τις τρεις υποστάσεις αυτές αναφάνηκε ο αρχέτυπος  Άνθρωπος ο Πιγεραδάμας ή Γεραδάμας.

 

Η ιδέα των τριών ιερών υποστάσεων «Πατέρας-Μητέρα -Υιός» είναι συγγενής με τους συντελεστές της ιερής τριάδας της κοσμοθέασης του Πυθαγόρα, «της Ατέρμονης κίνησης (Πατέρας)-της Αέναης Ζωής (Μητέρα)- και της Αέναης ενέργειας (Υιός)[41]».

 

Οι Πυθαγόρειοι θεωρούσαν ότι οι πρωταρχικές ιδέες είναι οι αριθμοί. Οι μονοί αριθμοί ήταν αρσενικές θείες οντότητες και οι ζυγοί αριθμοί θηλυκές, το δε γινόμενο 2×3= ήταν (αρσενικό-θηλυκό) που συμβόλιζε τον γάμο. Πίστευαν ότι τα πάντα ορίζονται από τον ιερότατο αριθμό τρία (3) «Το παν και τα πάντα τοις τρισίν ώρισται» (Γέννηση – Ζωή - Θάνατος, Παρελθόν – Παρόν - Μέλλον, Μήκος – Πλάτος - Ύψος). Δίδαξαν δε την απόκρυφη Διάλυση της Μονάδας σε τριάδα ή τριάδες, εισάγοντας έτσι την θεωρία των τριαδικών Μονάδων